Σούπερ μάρκετ: Τα υπερκέρδη μεγαλώνουν, οι μισθοί μένουν πίσω
Ο κλάδος της λιανικής τροφίμων συνεχίζει να καταγράφει ισχυρούς τζίρους και κερδοφορία, όμως οι εργαζόμενοι εξακολουθούν να ζουν με μισθούς που δεν συμβαδίζουν ούτε με την ακρίβεια ούτε με τις απαιτήσεις της δουλειάς
Ο κλάδος της λιανικής τροφίμων συνεχίζει να καταγράφει ισχυρούς τζίρους και κερδοφορία, όμως οι εργαζόμενοι εξακολουθούν να ζουν με μισθούς που δεν συμβαδίζουν ούτε με την ακρίβεια ούτε με τις απαιτήσεις της δουλειάς
Οι εικόνες είναι πλέον γνώριμες σχεδόν σε κάθε πόλη της χώρας.
Αγγελίες για προσλήψεις κολλημένες στις εισόδους των καταστημάτων, αναρτήσεις στα social media, διαρκείς αναζητήσεις προσωπικού για ταμεία, αποθήκες, ράφια και delivery.
Τα σούπερ μάρκετ ψάχνουν συνεχώς εργαζόμενους.
Όχι επειδή αναπτύσσονται μόνο, αλλά επειδή ολοένα και περισσότεροι εργαζόμενοι φεύγουν.
Κι αυτό συμβαίνει σε έναν από τους πιο ισχυρούς και κερδοφόρους κλάδους της ελληνικής οικονομίας.
Την τελευταία πενταετία, οι μεγάλες αλυσίδες λιανεμπορίου τροφίμων είδαν τους τζίρους τους να αυξάνονται σημαντικά, αξιοποιώντας τόσο την άνοδο της κατανάλωσης βασικών αγαθών όσο και το κύμα ακρίβειας που σάρωσε την αγορά.
Η αύξηση των τιμών στα τρόφιμα, στα είδη πρώτης ανάγκης και στα βασικά προϊόντα καθημερινής κατανάλωσης μετέτρεψε τον κλάδο σε έναν από τους βασικούς «κερδισμένους» της περιόδου.
Πίσω όμως από τους οικονομικούς δείκτες και τις επιχειρηματικές επιδόσεις, υπάρχει μια διαφορετική πραγματικότητα.
Η πραγματικότητα των εργαζομένων.
Εργασία υψηλής πίεσης με μισθούς χαμηλής αντοχής
Οι συνθήκες μέσα στα καταστήματα γίνονται ολοένα πιο απαιτητικές.
Λιγότερο προσωπικό καλείται να καλύψει περισσότερες ανάγκες, με εργαζόμενους που συχνά εκτελούν πολλαπλούς ρόλους μέσα στην ίδια βάρδια.
Ταμείο, ανεφοδιασμός ραφιών, εξυπηρέτηση πελατών, αποθήκη, καθαριότητα.
Όλα μαζί, μέσα σε ένα περιβάλλον έντασης, πίεσης και συνεχούς ελέγχου παραγωγικότητας.
Και όλα αυτά με αποδοχές που σε πολλές περιπτώσεις κινούνται οριακά πάνω από τον κατώτατο μισθό.
Την ώρα που το κόστος ζωής εκτοξεύεται, οι εργαζόμενοι στα σούπερ μάρκετ βλέπουν τον μισθό τους να εξαντλείται πριν τελειώσει ο μήνας.
Ενοίκια, ρεύμα, καύσιμα και τρόφιμα απορροφούν σχεδόν ολόκληρο το εισόδημα, αφήνοντας ελάχιστο χώρο για αξιοπρεπή διαβίωση.
Το παράδοξο είναι πλέον κοινωνικά προκλητικό:
άνθρωποι που εργάζονται καθημερινά μέσα στον χώρο της κατανάλωσης βασικών αγαθών, δυσκολεύονται οι ίδιοι να γεμίσουν το καλάθι του σπιτιού τους.
Η «έλλειψη προσωπικού» δεν είναι τυχαία
Οι επιχειρήσεις συχνά αποδίδουν το πρόβλημα στην έλλειψη διαθέσιμων εργαζομένων.
Όμως η πραγματικότητα δείχνει κάτι βαθύτερο.
Δεν λείπουν απλώς εργατικά χέρια.
Λείπουν αξιοπρεπείς συνθήκες που να κάνουν έναν εργαζόμενο να θέλει να παραμείνει.
Οι νεότερες γενιές, κυρίως μετά την εμπειρία της πανδημίας και της ακραίας ακρίβειας, δείχνουν πλέον λιγότερη ανοχή σε κακοπληρωμένες και εξαντλητικές θέσεις εργασίας χωρίς προοπτική εξέλιξης.
Γι’ αυτό και οι παραιτήσεις πολλαπλασιάζονται.
Γι’ αυτό και οι αγγελίες μένουν μόνιμα ανοιχτές.
Μια εικόνα της σύγχρονης ελληνικής οικονομίας
Η εικόνα στον χώρο των σούπερ μάρκετ αποτελεί μικρογραφία ενός ευρύτερου προβλήματος στην ελληνική αγορά εργασίας.
Από τη μία πλευρά, μεγάλες επιχειρήσεις παρουσιάζουν υψηλές επιδόσεις, επεκτάσεις και αυξημένη κερδοφορία.
Από την άλλη, οι εργαζόμενοι συνεχίζουν να παλεύουν με μισθούς που δεν ακολουθούν ούτε την παραγωγικότητα ούτε την ακρίβεια.
Και όσο η ανισορροπία αυτή διευρύνεται, τόσο θα μεγαλώνει και η κοινωνική δυσαρέσκεια.
Γιατί κάποια στιγμή η αγορά δεν θα κρίνεται μόνο από τους τζίρους και τα οικονομικά αποτελέσματα.
Θα κρίνεται και από το αν οι άνθρωποι που τη στηρίζουν μπορούν τελικά να ζουν με αξιοπρέπεια από τη δουλειά τους.