29 κατασκευαστές πλυντηρίων συνιστούν Νέα Δημοκρατία
Από τον ΟΠΕΚΕΠΕ στις υποκλοπές και από τα Τέμπη στη Βουλή-πλυντήριο: όταν η κοινοβουλευτική πλειοψηφία μετατρέπει τους θεσμούς σε μηχανισμό συγκάλυψης
Από τον ΟΠΕΚΕΠΕ στις υποκλοπές και από τα Τέμπη στη Βουλή-πλυντήριο: όταν η κοινοβουλευτική πλειοψηφία μετατρέπει τους θεσμούς σε μηχανισμό συγκάλυψης
Σε μια δημοκρατία η Βουλή υποτίθεται ότι λειτουργεί ως ο κατεξοχήν χώρος λογοδοσίας της εξουσίας. Εκεί όπου οι κυβερνήσεις καλούνται να απαντήσουν, να εξηγήσουν, να αναλάβουν ευθύνες. Στην Ελλάδα της σημερινής διακυβέρνησης, όμως, η εικόνα μοιάζει όλο και περισσότερο διαφορετική.
Για πολλούς πολίτες, η Βουλή τείνει να μετατραπεί σε κάτι άλλο: σε έναν μηχανισμό πολιτικής «απορρύπανσης» για τα σκάνδαλα της εκτελεστικής εξουσίας. Ένα θεσμικό πλυντήριο όπου οι ευθύνες μπαίνουν μέσα, περνούν έναν κύκλο πολιτικής αποστείρωσης και βγαίνουν καθαρές από κάθε κυβερνητική ευθύνη.
Το παράδειγμα του ΟΠΕΚΕΠΕ είναι χαρακτηριστικό. Η υπόθεση δεν αφορά απλώς ένα γενικό και αόριστο πρόβλημα κακοδιαχείρισης. Η δικογραφία που άνοιξε από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία περιγράφει ένα πολύ συγκεκριμένο μοτίβο: διογκωμένες δηλώσεις βοσκοτόπων, τεχνητή αύξηση ζωικού κεφαλαίου και ένα σύστημα επιδοτήσεων που φέρεται να λειτουργούσε με τρόπο που ευνοούσε συγκεκριμένα συμφέροντα.
Το αποτέλεσμα; Χιλιάδες ανύπαρκτα αιγοπρόβατα σε χαρτιά, εκατομμύρια ευρώ σε επιδοτήσεις και μια χώρα που βρέθηκε στο μικροσκόπιο των ευρωπαϊκών θεσμών.
Αντί όμως για μια ουσιαστική διερεύνηση ευθυνών, η πολιτική απάντηση της κυβερνητικής πλειοψηφίας ήταν γνώριμη: διεύρυνση της συζήτησης στο παρελθόν, επίκληση «διαχρονικών παθογενειών» και τελικά ένα πόρισμα που φροντίζει να αφήνει στο απυρόβλητο τους αρμόδιους υπουργούς.
Με απλά λόγια: όλοι φταίνε, άρα δεν φταίει κανείς.
Και όταν οι εξεταστικές επιτροπές άρχισαν να αποκαλύπτουν περισσότερα απ’ όσα θα ήθελε το κυβερνητικό αφήγημα —με την παρουσία ακόμη και κομματικών στελεχών που δυσκολεύονταν να εξηγήσουν τα αυτονόητα, η συζήτηση μετατοπίστηκε ακόμη και στο πώς θα περιοριστεί η δημοσιότητα των διαδικασιών. Λες και το πρόβλημα δεν ήταν το σκάνδαλο, αλλά το ότι η κοινωνία το παρακολουθεί.
Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι, όμως, μεμονωμένη. Έρχεται να προστεθεί σε μια μακρά αλυσίδα θεσμικών κρίσεων που σημάδεψαν την περίοδο διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας.
Οι υποκλοπές αποκάλυψαν έναν μηχανισμό παρακολουθήσεων που άγγιξε υπουργούς, δημοσιογράφους, επιχειρηματίες και πολιτικούς αρχηγούς. Η πρόσφατη δικαστική εξέλιξη στην υπόθεση επανέφερε στο προσκήνιο ένα σκάνδαλο που η κυβέρνηση προσπάθησε επίμονα να κλείσει πολιτικά χωρίς ουσιαστικές απαντήσεις.
Τα Τέμπη, από την άλλη, παραμένουν ένα ανοιχτό τραύμα για την ελληνική κοινωνία. Η διερεύνηση των ευθυνών προχώρησε υπό την πίεση ενός τεράστιου κοινωνικού κινήματος, ενώ η κοινοβουλευτική διαδικασία άφησε την αίσθηση μιας εξεταστικής περισσότερο διαχειριστικής παρά αποκαλυπτικής.
Το μοτίβο επαναλαμβάνεται: όταν ένα σκάνδαλο φτάνει στο επίπεδο της πολιτικής ευθύνης, ενεργοποιείται ένας μηχανισμός πολιτικής αυτοπροστασίας. Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία λειτουργεί ως ένα διαρκές απαλλακτικό βούλευμα για την ίδια την κυβέρνηση.
Σε αυτό το πλαίσιο, η πολιτική στρατηγική φαίνεται να ποντάρει σε κάτι βαθύτερο: στον κυνισμό της κοινωνίας. Στην ιδέα ότι οι πολίτες έχουν πλέον πειστεί πως «όλοι ίδιοι είναι», άρα κανένα σκάνδαλο δεν μπορεί να ανατρέψει πραγματικά τις πολιτικές ισορροπίες.
Είναι μια επικίνδυνη λογική. Γιατί κάθε φορά που οι θεσμοί χρησιμοποιούνται ως ασπίδα αντί ως μηχανισμός λογοδοσίας, η εμπιστοσύνη της κοινωνίας στη δημοκρατία φθείρεται λίγο περισσότερο.
Και όταν η εμπιστοσύνη στους θεσμούς υποχωρεί, το κενό δεν μένει ποτέ κενό.
Η κυβέρνηση μπορεί να πιστεύει ότι με την ισχύ της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας μπορεί να διαχειρίζεται τα σκάνδαλα πολιτικά. Όμως η πραγματική κρίση δεν εκτυλίσσεται μόνο μέσα στη Βουλή. Εκτυλίσσεται κυρίως έξω από αυτήν, μέσα στην κοινωνία.
Και εκεί, όσο ισχυρό κι αν είναι το πλυντήριο της εξουσίας, ορισμένα στίγματα δεν φεύγουν.
Πασχάλης Θ. Τόσιος
Καθημερινός Παρατηρητής
