Ακρίβεια χωρίς φρένο: έως και 125% αυξήσεις σε φρούτα και λαχανικά – Σε ασφυξία τα νοικοκυριά
Οι τιμές στα βασικά είδη διατροφής συνεχίζουν την ανηφορική πορεία τους. Η αγορά μιλά για εκτίναξη κόστους παραγωγής, οι καταναλωτές για αισχροκέρδεια και η πολιτεία για ακόμη μια φορά παρακολουθεί τις εξελίξεις.
Οι τιμές στα βασικά είδη διατροφής συνεχίζουν την ανηφορική πορεία τους. Η αγορά μιλά για εκτίναξη κόστους παραγωγής, οι καταναλωτές για αισχροκέρδεια και η πολιτεία για ακόμη μια φορά παρακολουθεί τις εξελίξεις.
Η ακρίβεια στα τρόφιμα, και ιδιαίτερα στα φρούτα και τα λαχανικά, εξελίσσεται σε ένα από τα πιο πιεστικά προβλήματα για τα ελληνικά νοικοκυριά. Τα στοιχεία της αγοράς καταγράφουν αυξήσεις που σε ορισμένες περιπτώσεις φτάνουν ακόμη και το 125%, αποτυπώνοντας μια κατάσταση που πλέον έχει ξεφύγει από τα όρια της «συνηθισμένης» πληθωριστικής πίεσης.
Σύμφωνα με πρόσφατες μετρήσεις της αγοράς τροφίμων και στοιχεία καταναλωτικών οργανώσεων, οι τιμές σε βασικά οπωροκηπευτικά εμφανίζουν ετήσιες αυξήσεις από 7% έως και 20%, ενώ σε συγκεκριμένα προϊόντα και χρονικές περιόδους καταγράφονται πολλαπλάσια άλματα. Ντομάτες, κολοκυθάκια, αγγούρια, πιπεριές και πατάτες είναι ανάμεσα στα προϊόντα που συχνά παρουσιάζουν μεγάλες διακυμάνσεις, με αποτέλεσμα η τιμή στο ράφι να διαφέρει δραματικά από τη μια χρονική περίοδο στην άλλη.
Παράγοντες της αγοράς αποδίδουν τις αυξήσεις σε έναν συνδυασμό αιτιών:το αυξημένο κόστος ενέργειας, τα ακριβότερα λιπάσματα, τα μεταφορικά, αλλά και τις ακραίες καιρικές συνθήκες που επηρεάζουν την παραγωγή. Σε αρκετές περιπτώσεις, μάλιστα, η αυξημένη ζήτηση για εξαγωγές ελληνικών προϊόντων μειώνει την προσφορά στην εγχώρια αγορά, πιέζοντας ακόμη περισσότερο τις τιμές.
Ωστόσο, οι εξηγήσεις αυτές δεν πείθουν πάντα τους καταναλωτές. Η μεγάλη απόσταση ανάμεσα στην τιμή παραγωγού και την τιμή στο ράφι εξακολουθεί να προκαλεί έντονες αντιδράσεις, καθώς πολλοί αγρότες δηλώνουν ότι πουλούν τα προϊόντα τους σε χαμηλές τιμές, την ώρα που οι καταναλωτές τα αγοράζουν σε πολλαπλάσιο κόστος.
Η εικόνα αυτή αναδεικνύει ένα χρόνιο πρόβλημα της ελληνικής αγοράς τροφίμων:
μια εφοδιαστική αλυσίδα με πολλούς μεσάζοντες, περιορισμένη διαφάνεια και ανεπαρκείς ελεγκτικούς μηχανισμούς. Το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα στο οποίο η ακρίβεια μετακυλίεται τελικά στον τελικό καταναλωτή.
Την ίδια στιγμή, η πολιτική διαχείριση του ζητήματος συνεχίζει να δέχεται έντονη κριτική. Τα μέτρα που έχουν κατά καιρούς ανακοινωθεί – από πλαφόν κέρδους έως προσωρινές επιδοτήσεις , φαίνεται να λειτουργούν περισσότερο ως επικοινωνιακές παρεμβάσεις παρά ως ουσιαστικές λύσεις για τη συγκράτηση των τιμών.
Σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος ζωής αυξάνεται συνολικά, η ακρίβεια στα τρόφιμα αποκτά ιδιαίτερη κοινωνική βαρύτητα. Για χιλιάδες νοικοκυριά, ακόμη και βασικά αγαθά όπως τα φρούτα και τα λαχανικά μετατρέπονται σταδιακά από αυτονόητα στοιχεία της καθημερινής διατροφής σε προϊόντα που απαιτούν πλέον προσεκτικό υπολογισμό.
Το ερώτημα που τίθεται πλέον με όλο και μεγαλύτερη ένταση είναι απλό αλλά κρίσιμο:
πρόκειται για μια συγκυριακή κρίση τιμών ή για ένα νέο μόνιμο καθεστώς ακρίβειας που διαμορφώνεται στην ελληνική αγορά;
Σε κάθε περίπτωση, η κοινωνία περιμένει απαντήσεις. Και κυρίως, περιμένει λύσεις.
Για τον Καθημερινό Παρατηρητή
