Άννα Διαμαντοπούλου: το πολιτικό σχέδιο πίσω από τη «θεσμική ευθύνη»
Η παρουσία και η πολιτική στάση της Άννας Διαμαντοπούλου στο σημερινό ΠΑΣΟΚ δεν είναι ένα δευτερεύον εσωκομματικό ζήτημα. Αποτελεί πολιτικό σχέδιο. Και ως τέτοιο οφείλει να κριθεί: πολιτικά, ιδεολογικά και στρατηγικά.
Η παρουσία και η πολιτική στάση της Άννας Διαμαντοπούλου στο σημερινό ΠΑΣΟΚ δεν είναι ένα δευτερεύον εσωκομματικό ζήτημα. Αποτελεί πολιτικό σχέδιο. Και ως τέτοιο οφείλει να κριθεί: πολιτικά, ιδεολογικά και στρατηγικά.
Η Διαμαντοπούλου εκφράζει με συνέπεια μια συγκεκριμένη αντίληψη για τον ρόλο της Κεντροαριστεράς: όχι ως δύναμη κοινωνικής αντιπαράθεσης και εναλλακτικής εξουσίας, αλλά ως ρυθμιστικό παράγοντα του συστήματος, με βασική αποστολή τη διασφάλιση της «σταθερότητας» και της «κυβερνησιμότητας». Πρόκειται για μια γραμμή που έχει ιστορία, ιδεολογική καταγωγή και σαφή πολιτικό προορισμό.
Από τον εκσυγχρονιστικό πυρήνα της δεκαετίας του 2000 έως σήμερα, η ίδια υπηρέτησε μια στρατηγική μετατόπισης του ΠΑΣΟΚ προς τον κεντρώο, συστημικό χώρο, αποκόπτοντάς το από τον ρόλο της κοινωνικής αντιπολίτευσης. Οι κυβερνητικές της θητείες και το πολιτικό της αποτύπωμα εντάσσονται σε αυτή τη λογική: τεχνοκρατία αντί πολιτικής σύγκρουσης, διαχείριση αντί μετασχηματισμού.
Το κρίσιμο όμως στοιχείο σήμερα δεν είναι το παρελθόν, αλλά το παρόν και το μέλλον. Και εδώ η στάση της Διαμαντοπούλου αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει του προσεχούς Συνεδρίου.
Η ίδια έχει τοποθετηθεί κατά ρητής συνεδριακής απόφασης του ΠΑΣΟΚ για μη συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία. Δεν το πράττει ευθέως, αλλά μέσω ενός πολιτικού λεξιλογίου που λειτουργεί απονομιμοποιητικά για τη γραμμή αυτονομίας: μιλά για «ακραίες αντιπολιτεύσεις», για «θεσμική ευθύνη», για ανάγκη «ρεαλιστικών λύσεων». Στην πράξη, ασκεί πολιτική κριτική σε όσους υπερασπίζονται τις αποφάσεις του κόμματος και τη στρατηγική του αυτοτέλεια.
Αυτή η στάση δεν είναι ουδέτερη. Είναι ευθεία αμφισβήτηση της συλλογικής βούλησης και προετοιμασία πολιτικού εδάφους για μετεκλογικά σενάρια. Και δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από το γεγονός ότι η Διαμαντοπούλου πολιτικά ερωτοτρόπησε με τον μητσοτακισμό: με δημόσιες παρεμβάσεις που συνέκλιναν με τον λόγο της κυβέρνησης του Κυριάκος Μητσοτάκης, με ανοχή ή στήριξη σε κεντρικές κυβερνητικές επιλογές και με συστηματική υποβάθμιση της συγκρουσιακής αντιπολίτευσης.
Το πολιτικό σήμα ήταν σαφές: το ΠΑΣΟΚ όχι ως αντίπαλο δέος της Δεξιάς, αλλά ως εν δυνάμει εταίρο, ίσως με αλλαγή προσώπων, όχι όμως πολιτικής κατεύθυνσης. Αυτό ακριβώς είναι το πολιτικό επίδικο.
Γι’ αυτό και το προσεχές Συνέδριο δεν είναι διαδικαστικό. Είναι στρατηγικό. Θα απαντήσει στο ερώτημα αν το ΠΑΣΟΚ θα παραμείνει κόμμα με σαφή ιδεολογική ταυτότητα, κοινωνική αναφορά και αυτονομία ή αν θα μετατραπεί σε θεσμικό συμπλήρωμα του συστήματος εξουσίας, στο όνομα της «υπευθυνότητας».
Η κριτική στην Άννα Διαμαντοπούλου δεν αφορά το πρόσωπο. Αφορά το πολιτικό σχέδιο που εκπροσωπεί. Ένα σχέδιο που συγκρούεται ευθέως με τις αποφάσεις, την ιστορία και τον λόγο ύπαρξης της παράταξης.
Και αυτό ακριβώς είναι που καλείται να κρίνει το Συνέδριο: όχι ποιος μιλά πιο «μετρημένα», αλλά ποια γραμμή θα καθορίσει το μέλλον του ΠΑΣΟΚ.
