ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΑΝΩ ΒΡΟΝΤΟΥ Η ξεχασμένη ιστορία μιας καταστροφής

Συμπληρώθηκαν φέτος εκατό χρόνια από την απελευθέρωση των Σερρών (1913-2013). 

Συμπληρώθηκαν φέτος εκατό χρόνια από την απελευθέρωση των Σερρών (1913-2013). 

Γράφειο Τάσος Σταμπούλογλου

Συμπληρώθηκαν φέτος εκατό χρόνια από την απελευθέρωση των Σερρών (1913-2013). Αλλά και εκατό χρόνια από την πυρπόληση και την καταστροφή της στις 28 Ιουνίου του 1913 από τους Βουλγάρους. Θα γίνουν σίγουρα επετειακές εκδηλώσεις με φανφάρες, ομιλίες και πανηγύρια, με παρελάσεις και φωτοχυσίες.

Καλά όλα αυτά, μα εγώ ρωτάω: Θυμάται κανείς, γνωρίζει κανείς ότι την ίδια εποχή που η πόλη των Σερρών καταστρέφονταν, μια ανθηρή κωμόπολη στα βόρεια του νομού, η Άνω Βροντού, παραδίδονταν και αυτή στις φλόγες και τον αφανισμό, εκδικητικά και εγκληματικά από τον ίδιο εχθρό;

Είμαι σίγουρος ότι δεν θα το θυμηθεί κανείς. Και τούτο γιατί η γριά παραμυθού μας ιστορία αγνοεί παντελώς το γεγονός. Στα εκατό χρόνια δεν γράφηκε τίποτε σοβαρό γι’ αυτή τη τραγωδία. Και σίγουρα εγώ δεν έχω την ικανότητα να γράψω ιστορία. Χώρια που όποια στοιχεία και μαρτυρίες υπήρχαν ή υπάρχουν ακόμη τα αποσαρθρώνει της λησμονιάς ο άνεμος.

Υπάρχει και μια αναπόδεικτη φήμη, ένας μύθος που καλλιεργήθηκε σκόπιμα από τους βόρειους γείτονές μας, ότι το χωριό καταστράφηκε από τους βομβαρδισμούς του ελληνικού στρατού. Να είμαστε σοβαροί. Ποιου ελληνικού στρατού; Αυτός δεν μπήκε ούτε στην πόλη των Σερρών. Η εβδόμη μεραρχία και ο αμφιλεγόμενος διοικητής της, Ναπολέων Σωτήλης, μόλις πέρασε τον Στρυμόνα κατευθύνθηκε προς τη Δράμα. Στις παρυφές της πόλης τον υποδέχθηκε ο μητροπολίτης και λιγοστοί πολίτες.

Ιστορία δεν σημαίνει μόνο περιγραφή γεγονότων και απαρίθμηση απωλειών και καταστροφών στα πεδία των μαχών. Δεν είναι μόνο καταγραφή δραστηριοτήτων μιας ανθρώπινης ομάδας, μιας φυλής ή ενός έθνους.

Ιστορία είναι η επιστήμη που παρακολουθεί τις κοινωνικές διεργασίες και αιτιολογεί τα φαινόμενα. Είναι μια έρευνα σε βάθος και πλάτος και σαν τέτοια πρέπει να είναι απαλλαγμένη από προκαταλήψεις και σκοπιμότητες. Ιστορία είναι η καταγραφή της ανθρώπινης δράσης και σκέψης σε συσχετισμό πάντοτε με τον κοινωνικό και φυσικό περίγυρο μέσα στον οποίο αυτή εξελίσσεται.

Από ποιες πηγές να αντλήσει κανείς πληροφορίες και να κάνει ταξινόμηση και αξιολόγηση υλικού; Δεν υπάρχουν. Για το παρελθόν του χωριού ομίχλες και σκοτάδι. Ένας μύθος που αιωρείται αναφέρει πως χτίστηκε τον δέκατο πέμπτο αιώνα από εξόριστους Χιώτες και Μυτιληνιούς.

Το είπα πιο πάνω. Δεν γράφω ιστορία. Σε όσα αναφέρομαι είναι μνήμες από όσα άκουσα στα παιδικά μου χρόνια από τους ηλικιωμένους στο καφενείο που διατηρούσε ο πατέρας μου στην Άνω Βροντού. Περιγράφω τα γεγονότα όχι μέσα από τους μετεωρισμούς του ιδεαλισμού, αλλά πατώντας στο έδαφος της αντικειμενικής πραγματικότητας. Εδώ μας ενδιαφέρει η ουσία των πραγμάτων και όχι οι ίσκιοι και οι απατηλές ομίχλες που τα περιβάλλουν. Απεκάλεσα την Άνω Βροντού ανθηρή κωμόπολη. Μη χαμογελάτε ειρωνικά. Πριν από την καταστροφή της ήταν και κωμόπολη και ανθηρή. Είχε περίπου έξι χιλιάδες κατοίκους,στην πλειοψηφία τους βουλγαρόφωνους – όχι Βούλγαρους. Σε σύγκριση με την εποχή εκείνη είχε ανεπτυγμένη βιοτεχνία:

Είχε χυτήριο και έκαμε περίφημες καμπάνες (βρέθηκαν τέτοιες στις γειτονικές χώρες, στο Άγιον Όρος και αλλού). Κατασκεύαζε ωρολόγια τοίχου (βρέθηκε ένα στο μοναστήρι του Αγίου Προδρόμου) γεωργικά εργαλεία, όπλα, πέταλα για τα ζώα, χειροποίητα καρφιά, ξυλόγλυπτα κ.λπ. Είναι αξιόλογο να τονίσουμε ότι έβγαζαν τα μέταλλα από ντόπια ορυκτά. Σε πάμπολλα σημεία του χωριού υπάρχουν υπολείμματα από καμίνια. Με ποια μέθοδο; Άγνωστο. Είχε εφτά νερόμυλους, εξήντα μαγαζιά, κτηνοτροφία και εμπόριο δασικών προϊόντων, καυσόξυλα, ξυλοκάρβουνο και δαδιά (Οι παλαιότεροι θα θυμούνται ότι τα δαδιά – σχίσματα από έλατα κυρίως ή πεύκα – πωλούνταν σε δεματάκια για προσάναμμα, όταν καίγανε παντού σόμπες για θέρμανση με ξύλα ή πετροκάρβουνο. Ένας ντόπιος παππούς μου διηγιόταν όταν ήμουν μικρός, ότι όλη η Δυτική πλευρά της Βροντούς, η τοποθεσία που τώρα ονομάζουμε «Γήπεδο» ήταν δασωμένη με τεράστια έλατα. Συγκρατώ τ’ όνομά του. Γιώργος Παπαευαγγέλου). Και όχι μόνον αυτά.

Η Άνω Βροντού ήταν μαστοροχώρι. Συνεργεία και συντεχνίες έχτιζαν σπίτια, σχολεία, εκκλησίες και πέτρινα γεφύρια (σώζεται η «διαβολογέφυρα» στο φαράγγι Λάκος) σε όλο το χώρο της Ανατ. Μακεδονίας. Λένε πως η φήμη τους είχε φτάσει μέχρι το Βουκουρέστι και την Ανδριανούπολη.

Μα ήρθανε δίσεχτοι καιροί και μήνες οργισμένοι. Ήρθε ο πόλεμος και τα ρήμαξε όλα. Το ωραίο χωριό μεταβλήθηκε σ’ έναν απέραντο τόπο ερειπίων. Ελάχιστα σπίτια γλίτωσαν, μεταξύ των οποίων η μια από τις δύο μεγάλες εκκλησίες, αυτή του Αγ. Δημητρίου χτισμένη το 1835 με εξαίρετο ξυλόγλυπτο τέμπλο, το Σχολείο και το επιβλητικό καμπαναριό. Εδώ υπάρχει ίσως μια παγκόσμια πρωτοτυπία. Το καμπαναριό δεν βρίσκεται στο προαύλιο κάποιας εκκλησίας. Είναι ανεξάρτητο κτίσμα στην κορυφή μικρού λόφου στη μέση του χωριού, στο μεσοδιάστημα των δύο εκκλησιών, απέχοντος από αυτές γύρω στα τριακόσια μέτρα.

Την πυρπόληση του χωριού ακολούθησε η τραγωδία του πληθυσμού. Δεν τολμώ να φανταστώ και να περιγράψω το μεγάλο κακό.Δεν έχω ούτε την ικανότητα ούτε την αντοχή. Αντί για τούτο θα παραθέσω μερικές συνώνυμες λέξεις από την πλούσια ελληνική γλώσσα: Αφανισμός, διάλυση, δυστύχημα, ερήμωση, εξαφάνιση, εξόντωση, ερείπωση, εξολόθρευση, θεομηνία, ισοπέδωση, καταστροφή, κατάρρευση, κολασμός, κοσμοχαλασιά, κατάρα, κατεδάφιση, ξεκλήρισμα, όλεθρος, ολοκαύτωμα, πανωλεθρία, ρήμαγμα, χάλασμα, συμφορά.

Η πλειοψηφία των κατοίκων υπό την πίεση των Βουλγάρων (ίσως και των Ελλήνων) κατέφυγε στη γειτονική Βουλγαρία. Σ’ αυτό ίσως συνετέλεσε και το εξής γεγονός. Πολλοί από τους κατοίκους είχαν επιστρατευτεί από τον Βουλγαρικό στρατό και τον βοήθησαν στις εχθροπραξίες του πολέμου. Οι Βούλγαροι ισχυρίστηκαν ότι αυτοί ήταν εθελοντές. Δεν το αποκλείω και μερικοί να ήταν. (Στο αρχείο του συγγραφέα Βασίλη Τζανακάρη βρήκαμε δυο μικρές φωτογραφίες εποχής. Οπισθόγραφο στη Βουλγαρική γλώσσα λέει ότι είναι επίστρατοι από την Α. Βροντού). Δεν αποκλείεται ο φόβος ελληνικών αντιποίνων να έπαιξε κάποιο ρόλο. Λίγες οικογένειες έμειναν στο χωριό. Οι υπόλοιπες σκορπίστηκαν στους τέσσερις ανέμους.
* * * * * * * * * *

Μιλήσαμε συνοπτικά για την πυρπόληση καιτην καταστροφή της Άνω Βροντούς το 1913. Δυστυχώς δεν ήταν η μοναδική. Είχε δίκιο ο Ηράκλειτος στον οποίο αποδίδεται η φράση: «Τα πάντα ρει και ουδέν μένει». Οι ιστορικές και κοινωνικές διεργασίες δε σταματούν ποτέ. Μετά από ένα χρόνο, το 1914 άρχισε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος. Αιματοχυσία δίχως όρια. Η ανθρώπινη παράκρουση κι’ αλλοφροσύνη ανεξέλεγκτη. Φλέγεται ολόκληρη η Ευρώπη.Το 1916 οι Γερμανοί κατεβαίνουν μέχρι το Αιγαίο. Φέρνουν μαζί τους και τους Βουλγάρους. Μερικοί από τους κατοίκους της Βροντούς επιστρέφουν. Για να ξαναφύγουν πάλι το 1918 με το τέλος του πολέμου και την ήττα της Γερμανίας.

Ας αφήσουμε τώρα την παλιά Άνω Βροντούκι’ ας συμπυκνώσουμε τον χρόνο για να μιλήσουμε για μια κοσμοϊστορική αλλαγή. Ένα γεγονός που θα ξανάδινε ζωή και πνοή στο κατεστραμμένο χωριό. Μετά την τραγωδία της Μικρασιατικής καταστροφής έγινε η γνωστή ανταλλαγή των πληθυσμών. Ήρθαν το 1925 στην Βροντού εκατόν πενήντα περίπου οικογένειες αγράμματων Ελλήνων αγροτών από την περιοχή της Καππαδοκίας με ισχυρή εθνική συνείδηση , αλλά πενιχρά τα ελληνικά τους. Άθλιες και ταλαιπωρημένες. Δούλεψαν, ρίζωσαν, πρόκοψαν. Μαζί με τις τριάντα περίπου οικογένειες των ντόπιων κατοίκων έκαναν μια μικρή κοινωνία αξιοζήλευτη. Για δεκαπέντε χρόνια.

Μα η κατάρα ξαναχτυπά τον τόπο μας. Ο πόλεμος του 1940, ο δεύτερος παγκόσμιος. Μαυρίλα και κατοχή. Οι Βούλγαροι ξανάρχονται στην Ανατ. Μακεδονία. Έποικοι από τα βόρεια σύνορα έρχονται στη Βροντού. Οι Έλληνες φεύγουν, σκορπάνε στα καμποχώρια. Δεύτερη προσφυγιά για τους Μικρασιάτες. Δεύτερος ξεριζωμός και ταλαιπωρία. 1941-1945. Με το τέλος του πολέμου ξανά στη Βροντού. Να επουλώσουμε τις πληγές μας, να κερδίσουμε τον χαμένο χρόνο.

Όταν όμως οι άνθρωποι κάνουν σχέδια, οι θεοί χαμογελάνε. Σε τρία χρόνια νέα προσφυγιά. Αιτία ο εμφύλιος πόλεμος αυτή τη φορά.Για να μη βρίσκουν τροφή και καταφύγιο οι αντάρτες με εντολή της Μεραρχίας το χωριό εγκαταλείφθηκε. Παντελώς. Ίσως και από το φόβο να μη στρατολογήσουν οι αντάρτες τους κατοίκους. Νομίζω πως έμεινε στο χωριό μια ηλικιωμένη γυναίκα με διαταραγμένη προσωπικότητα.

Όταν μετά από τρία χρόνια σχεδόν, το 1950,ο κόσμος γύρισε στην Άνω Βροντού φτωχός κι’ εξαθλιωμένος, νέα τραγωδία τον περίμενε. Το χωριό είχε πάλι πυρποληθεί και τα ερείπια έχασκαν σιωπηλά και μαύρα. Οι πλατείες και οι δρόμοι είχαν γεμίσει θάμνους κι’ αγριόχορτα και τ’ αγρίμια κυκλοφορούσαν ανενόχλητα. Είχαν γλιτώσει δεκατέσσερα σπίτια, η εκκλησία του Αη Δημήτρη, το σχολείο και το καμπαναριό.

Λένε πως το χωριό το πυρπόλησε ο στρατός για να μη βρίσκουν καταφύγιο οι αντάρτες. Δεν είναι βεβαιωμένο. Φήμες. Οι Μικρασιάτες γονείς μας, τρεις φορές πρόσφυγες σε 24 χρόνια. Πώς άντεξαν; Πώς μας ανάστησαν;
* * * * * * * * * *

Υ.Γ.1.Δύο από τους επιφανείς άνδρες που έχουν καταγωγή από την Α.Βροντού είναι : Ο άλλοτε διοικητής της Σχολής Πολέμου (1960) στρατηγός Δόρτας και ο ήρωας των πολέμων 1913-1922 και 1940 και μετέπειτα πρόεδρος του Π.Ε.Ε.Α. στρατηγός Ευριπίδης Μπακιρτζής.

Υ.Γ.2. Σαν Βροντουλής δεν μπόρεσα ν’ αρνηθώ την παράκληση των ανθρώπων του συλλόγου «Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ» να γράψω λίγους στίχους για το χωριό μου. Εξ’ άλλου και το κείμενο σ’αυτούς το αφιερώνω.


ΤΟΠΟΣ ΠΙΚΡΟΣ
Εδώ είναι ένας τόπος παράξενος:
Βουνά από γρανίτη και πυριτόλιθο,
μαύρα ορυκτά, λευκά μάρμαρα και κόκκινο άργιλο.
Στις σχισμές των βράχων χόρτα πικρά,
μεθυστικό θυμάρι, φτέρη και σπαθόχορτο.
Δάση με οξυές, πεύκα κι’ άγριες κερασιές.
Αλλόκοτες καταχνιές, γκρίζα ποτάμια,
σύννεφα από ατσάλι.
Χαλάσματα, χαλάσματα, καμένες εκκλησιές
κι’ αγέρας που ολολύζει στα χορταριασμένα μνήματα.
Ναι, τόπος πικρός, μ’ αυτός μας γέννησε.