ΣΗΜΕΙΑ ΑΙΧΜΗΣ

Από τη Μετριότητα στη Σήψη : Όταν τα σκάνδαλα δεν είναι «ατυχήματα», αλλά σύμπτωμα πολιτικού συστήματος

Δεν είναι μεμονωμένα περιστατικά. Δεν είναι «κακές στιγμές». Δεν είναι επικοινωνιακά λάθη. Όταν μια κυβέρνηση ταλανίζεται διαρκώς από σκιές, υποθέσεις, αποκαλύψεις και πολιτικά πρόσωπα που βρίσκονται διαρκώς στο επίκεντρο σκανδάλων, τότε το πρόβλημα δεν είναι προσωπικό. Είναι βαθιά πολιτικό.

Δεν είναι μεμονωμένα περιστατικά. Δεν είναι «κακές στιγμές». Δεν είναι επικοινωνιακά λάθη. Όταν μια κυβέρνηση ταλανίζεται διαρκώς από σκιές, υποθέσεις, αποκαλύψεις και πολιτικά πρόσωπα που βρίσκονται διαρκώς στο επίκεντρο σκανδάλων, τότε το πρόβλημα δεν είναι προσωπικό. Είναι βαθιά πολιτικό.

Τα τελευταία χρόνια, η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη βρέθηκε αντιμέτωπη με σοβαρές υποθέσεις που έπληξαν την αξιοπιστία των θεσμών: από το σκάνδαλο των υποκλοπών μέχρι διαχειρίσεις δημοσίου χρήματος που προκάλεσαν εύλογα ερωτήματα, από απευθείας αναθέσεις και αδιαφανείς διαδικασίες μέχρι πολιτικές συμπεριφορές που δεν συνάδουν με το ύφος και το ήθος που απαιτεί η δημόσια ζωή.

Κάθε φορά, η ίδια γραμμή άμυνας:
«Μεμονωμένο περιστατικό».
«Δεν γνώριζα».
«Θα αποδοθούν ευθύνες».

Όμως όταν τα «μεμονωμένα» επαναλαμβάνονται, παύουν να είναι εξαιρέσεις. Γίνονται μοτίβο.
 

Το ίδιο φαινόμενο, σε μικρότερη κλίμακα αλλά με παρόμοια χαρακτηριστικά, παρατηρείται και στον χώρο της τοπικής αυτοδιοίκησης. Δήμαρχοι και αυτοδιοικητικά στελέχη που αντί να υπηρετούν την τοπική κοινωνία, εγκλωβίζονται σε πρακτικές αδιαφάνειας, ευνοιοκρατίας, προσωπικών εξυπηρετήσεων ή επιδεικνύουν συμπεριφορές αλαζονείας και απαξίωσης της θεσμικής ευθύνης.

Δεν είναι τυχαίο.

Το πρόβλημα ξεκινά από τον τρόπο με τον οποίο αναδεικνύεται το πολιτικό προσωπικό. Σε ένα σύστημα όπου επιβραβεύεται η κομματική πειθαρχία χωρίς κριτική σκέψη, η επικοινωνιακή ικανότητα χωρίς ουσία και η προσωπική δικτύωση χωρίς κοινωνική λογοδοσία, δεν μπορεί να παραχθεί πολιτική ποιότητα.

Αναδεικνύονται συχνά πρόσωπα που γνωρίζουν άριστα την εσωκομματική ίντριγκα, αλλά όχι τη διοίκηση. Που ξέρουν να ευθυγραμμίζονται, αλλά όχι να συγκρούονται με συμφέροντα. Που μπορούν να υπηρετήσουν μηχανισμούς, όχι όμως την κοινωνία.

Και όταν αυτά τα πρόσωπα βρεθούν σε θέσεις ευθύνης, το αποτέλεσμα είναι προβλέψιμο:
διαχείριση εντυπώσεων αντί για πολιτική ουσίας, συγκάλυψη αντί για διαφάνεια, σιωπή αντί για λογοδοσία.

Η διαπλοκή ,ιδίως σε τοπικό επίπεδο ,παίζει καθοριστικό ρόλο. Μέσα ενημέρωσης που λειτουργούν ως μηχανισμοί προστασίας και υπερπροβολής «ημετέρων» δημιουργούν ένα τεχνητό πέπλο κανονικότητας. Όποιος δεν ελέγχεται, στοχοποιείται. Όποιος συμμορφώνεται, προβάλλεται ως «αποτελεσματικός».

Έτσι η μετριότητα κανονικοποιείται και η κοινωνία συνηθίζει στην έκπτωση.

Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι απλώς αν πρόκειται για ανικανότητα ή εξυπηρέτηση συμφερόντων. Το ερώτημα είναι αν έχουμε αποδεχθεί ένα σύστημα που παράγει πολιτικούς περιορισμένων δυνατοτήτων και αυξημένων εξαρτήσεων.

Όταν τα σκάνδαλα δεν οδηγούν σε ουσιαστική κάθαρση αλλά σε ανακύκλωση προσώπων, όταν οι καταδικαστέες συμπεριφορές στην αυτοδιοίκηση αντιμετωπίζονται ως «τοπικά ζητήματα» και όχι ως θεσμική παθογένεια, τότε η κρίση είναι δομική.

Η Δημοκρατία δεν κινδυνεύει μόνο από τις μεγάλες θεσμικές εκτροπές. Κινδυνεύει και από τη σταδιακή φθορά της αξιοπιστίας. Από την αίσθηση ότι «όλοι ίδιοι είναι». Από την απομάκρυνση των πολιτών από τη συμμετοχή και τον έλεγχο.

Η πολιτική χρειάζεται ποιότητα, διαφάνεια και θάρρος. Χρειάζεται ανθρώπους που να αντιλαμβάνονται ότι η εξουσία δεν είναι προνόμιο, αλλά ευθύνη. Και ότι η ευθύνη αυτή δεν μπορεί να ασκείται ούτε με όρους κομματικής ευκολίας ούτε με όρους προσωπικής εξυπηρέτησης.

Διαφορετικά, η μετριότητα θα συνεχίσει να παράγει σκάνδαλα  και τα σκάνδαλα θα συνεχίσουν να αποκαλύπτουν την αλήθεια ενός συστήματος που δεν θέλει να αλλάξει.

Πασχάλης Θ. Τόσιος