Από το opengov στη νομοθέτηση εν κρυπτώ
Το 2010, ως Κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ, θεσμοθετήθηκε η υποχρεωτική ανοιχτή ηλεκτρονική διαβούλευση για κάθε νομοθετική πρωτοβουλία, μέσω της πλατφόρμας opengov, πριν αυτή φτάσει στο Υπουργικό Συμβούλιο.
Το 2010, ως Κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ, θεσμοθετήθηκε η υποχρεωτική ανοιχτή ηλεκτρονική διαβούλευση για κάθε νομοθετική πρωτοβουλία, μέσω της πλατφόρμας opengov, πριν αυτή φτάσει στο Υπουργικό Συμβούλιο.
Η επιλογή εκείνη, που έφερε τη σφραγίδα του τότε Πρωθυπουργού Γιώργου Παπανδρέου, δεν ήταν επικοινωνιακή. Είχε σαφή στόχο: καλή νομοθέτηση, διαφάνεια, συμμετοχή των πολιτών.
Χιλιάδες σχόλια πολιτών, επιστημονικών φορέων και συλλογικοτήτων κατατίθεντο, αξιολογούνταν και επηρέαζαν το τελικό περιεχόμενο των νόμων. Η νομοθέτηση αντιμετωπιζόταν ως δημόσια πράξη λογοδοσίας ,όχι ως τεχνικό εργαλείο αιφνιδιασμού.
Το 2026, όμως, η πραγματικότητα αποκαλύπτεται εντελώς διαφορετική.
Μόλις πριν από έναν μήνα, ψηφίστηκε τροπολογία της ΝΔ σε άσχετο νομοσχέδιο του ΟΠΕΚΕΠΕ, η οποία –όπως αποκαλύφθηκε δημοσιογραφικά– αλλοιώνει στον πυρήνα της τη γονεϊκή συνεπιμέλεια. Όχι μέσω ανοιχτής συζήτησης. Όχι μέσω διαβούλευσης. Αλλά εν κρυπτώ, με τη μέθοδο της προσθήκης τελευταίας στιγμής.
Η διάταξη δεν αποτελεί απλώς κακή νομοθέτηση. Δημιουργεί επικίνδυνο προηγούμενο. Δίνει τη δυνατότητα σε όποιον δεν ικανοποιείται από δικαστική απόφαση –και διαθέτει την οικονομική αντοχή– να ασκεί ταυτόχρονα έφεση και νέα αγωγή, επιχειρώντας να ανατρέψει δικαστικές κρίσεις μέσω παράλληλων και επαναλαμβανόμενων διαδικασιών.
Στην πράξη, εγκαθιδρύεται ένας μηχανισμός δικαστικής εξουθένωσης, που ευνοεί τον ισχυρό και τιμωρεί τον αδύναμο.
Δεν είναι τυχαίο ότι σε νομικό επίπεδο η διάταξη έχει προκαλέσει έντονο προβληματισμό. Τίθενται εκ νέου θεμελιώδη ερωτήματα:
τι σημαίνει οριστική απόφαση, πότε υφίσταται εκκρεμοδικία, πότε επιτρέπεται μεταβολή των συνθηκών, πού σταματά η νομοθετική εξουσία όταν παρεμβαίνει σε εκκρεμείς δίκες. Παράλληλα, εγείρονται σοβαρά ζητήματα αντισυνταγματικότητας, παραβίασης της ΕΣΔΑ, αλλά και παραβίασης της ρητής συνταγματικής πρόβλεψης που απαγορεύει την εισαγωγή άσχετων τροπολογιών.
Σε πολιτικό επίπεδο, οι ευθύνες είναι σαφείς.
Η κ. Όλγα Κεφαλογιάννη μπορεί να έσπευσε να «αξιοποιήσει» τη διάταξη, όμως η κύρια ευθύνη βαραίνει την Κυβέρνηση και τους υπουργούς που την κατέθεσαν και τη νομιμοποίησαν κοινοβουλευτικά, εντάσσοντάς την σε άσχετο νομοσχέδιο.
Ταυτόχρονα, όμως, τίθεται ένα ακόμη πιο ανησυχητικό ζήτημα:
οι κοινοβουλευτικές ομάδες, τα επιτελεία και οι συνεργάτες –τόσο όσοι την ψήφισαν όσο και όσοι την καταψήφισαν και σήμερα διαμαρτύρονται– φαίνεται πως δεν αντιλήφθηκαν εγκαίρως το πραγματικό περιεχόμενο της διάταξης.
Αν δεν υπήρχε η προσωπική αντίδραση άμεσα εμπλεκόμενου προσώπου, η συγκεκριμένη ρύθμιση πιθανότατα θα είχε περάσει χωρίς καμία δημόσια συζήτηση.
Και αυτό είναι το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο της υπόθεσης.
Η νομοθέτηση χωρίς διαβούλευση, χωρίς θεσμικό έλεγχο, χωρίς ουσιαστική κοινοβουλευτική εγρήγορση, δεν πλήττει μόνο το κράτος δικαίου. Υπονομεύει την ίδια την εμπιστοσύνη στη δημοκρατική διαδικασία και τροφοδοτεί την κοινωνική απαξίωση της πολιτικής.
Όχι ως αποτέλεσμα υπερβολών.
Αλλά ως φυσική συνέπεια μιας πραγματικότητας που οι πολίτες βιώνουν καθημερινά.
Πασχάλης Θ. Τόσιος
Καθημερινός Παρατηρητής
