ΤΟΠΙΚΑ

Απόδοση φόρου τιμής στη μνήμη των Σερραίων Εβραίων, πού έπεσαν θύματα της ναζιστικής θηριωδίας - ΓΡΑΦΕΙ: Κώστας Πασχάλης

Η αντίστροφη μέτρηση για τον εκτοπισμό και την «τελική λύση» των Ελλήνων Εβραίων έχει ξεκινήσει. Ξημερώματα της 4 ης Μαρτίου οι Βούλγαροι ως σύμμαχοι και ως εντολοδόχοι των Γερμανών αναλαμβάνουν τη σύλληψη των Εβραίων της πόλης των Σερρών. 476 Έλληνες εβραϊκής καταγωγής (σύμφωνα με άλλες πηγές 590) στοιβάζονται σαν τα ζώα στις καπναποθήκες του Μαρούλη (σημερινό γηροκομείο Σερρών). Εκεί μετά από ολιγοήμερη παραμονή (σε απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης) με συνοδεία πάνοπλων στρατιωτών μεταφέρονται πεζή στο σιδηροδρομικό σταθμό. Με τρένο που ήρθε από τη Δράμα, στο οποίο είχαν «φορτωθεί» και οι Εβραίοι της Καβάλας, έφθασαν στο Σιδηρόκαστρο και από εκεί κατευθύνθηκαν και διαμοιράστηκαν σε στρατόπεδα της Βουλγαρίας.

Η αντίστροφη μέτρηση για τον εκτοπισμό και την «τελική λύση» των Ελλήνων Εβραίων έχει ξεκινήσει. Ξημερώματα της 4 ης Μαρτίου οι Βούλγαροι ως σύμμαχοι και ως εντολοδόχοι των Γερμανών αναλαμβάνουν τη σύλληψη των Εβραίων της πόλης των Σερρών. 476 Έλληνες εβραϊκής καταγωγής (σύμφωνα με άλλες πηγές 590) στοιβάζονται σαν τα ζώα στις καπναποθήκες του Μαρούλη (σημερινό γηροκομείο Σερρών). Εκεί μετά από ολιγοήμερη παραμονή (σε απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης) με συνοδεία πάνοπλων στρατιωτών μεταφέρονται πεζή στο σιδηροδρομικό σταθμό. Με τρένο που ήρθε από τη Δράμα, στο οποίο είχαν «φορτωθεί» και οι Εβραίοι της Καβάλας, έφθασαν στο Σιδηρόκαστρο και από εκεί κατευθύνθηκαν και διαμοιράστηκαν σε στρατόπεδα της Βουλγαρίας.

Στη συνέχεια οδηγούνται στο παραδουνάβιο λιμάνι της πόλης Λομ και επιβιβάζονται σε φορτηγίδες με προορισμό τη Βιέννη. Συνολικά στις τέσσερις φορτηγίδες επιβιβάστηκαν 4.219 άτομα. Κατά τη διάρκεια του πλου μία από τις τέσσερις φορτηγίδες βυθίστηκε οδηγώντας στο θάνατο το σύνολο των επιβατών. Οι υπόλοιπες τρεις έφθασαν στη Βιέννη. Από εκεί με τρέναμεταφέρθηκαν στο Κάτοβιτς της Πολωνίας, σ’ ένα από τα «κολαστήρια» που στησαν οι παρανοϊκοί εγκέφαλοι των Ναζί στο πλαίσιο της «οριστικής λύσης», του.Το διήγημα με τον τίτλο Ρενέ που ακολουθεί, συμμετείχε σε διαγωνισμό που διοργάνωσε για το ολοκαύτωμα των Ελλήνων Εβραίων το περιοδικό «Ραδιοτηλεόραση», στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και τιμήθηκε με έπαινο.
 
Β’ ΜΕΡΟΣ
Ο κυρ- Γιάννης έμπαινε στο τσαγκαράδικο του μαστρο – Νικόλα. Ήξερε πως είναι μέλος της παράνομης οργάνωσης του Ε.Α.Μ., και πως πολλές υποθέσεις περνούσαν από τα χέρια του. Βέβαια ο ίδιος δεν είχε καμιά σχέση με το κίνημα – εξάλλου πάντοτε τον φόβιζαν οι κομμουνιστές - αλλά λόγω της δουλειάς του είχε γνωριστεί με αρκετούς από αυτούς και επειδή ποτέ δεν πρόδινε την εμπιστοσύνη τους, διατηρούσε καλές σχέσεις μαζί τους. Άλλωστε ο μαστρο – Νικόλας ήταν και γείτονας και φίλος από τα παιδικά τους χρόνια, οπότε είχε και μεγαλύτερη άνεση μαζίτου.

Από αυτόν έμαθε τα πάντα. Πως οι Γερμανοί μαζεύουν τους Εβραίους από όλες τις χώρες που έχουν καταλάβει και πως πρόθεσή τους είναι να τους στείλουν σε στρατόπεδα στα βόρεια και ακόμη πως το πιθανότερο είναι πως θέλουν να τους εξολοθρεύσουν. Η διαταγή για εκτέλεση όσων φυγαδεύουν ή κρύβουν Εβραίους ισχύει γι’ αυτό πρέπει να βρει μια λύση το γρηγορότερο. Η πόλη έχει γεμίσει από καταδότες. Η καλύτερη λύση είναι να φυγαδεύσουνε τον μικρό στα βουνά όπου ήδη δρούνε αντάρτικα ένοπλα τμήματα. Του είπε ακόμη πως πρότειναν σε αρκετούς Εβραίους να διαφύγουν αλλά οι περισσότεροι δεν ήθελαν να απομακρυνθούν από την κοινότητα και την οικογένειά τους. Όλοι τους τώρα είναι μαντρωμένοι στα καπνομάγαζα. Σε κάθε περίπτωση άλλη λύση δεν υπάρχει από την μετακίνηση του μικρού στο βουνό. Αλλά ότι είναι να γίνει πρέπει να γίνει άμεσα.

Ο κυρ-Γιάννης έφυγε σέρνοντας κυριολεκτικά τα πόδια του. Δεν ήταν από στόφα ήρωα αυτός, ας τύχαινε σε κανέναν άλλο αυτό το κακό. Δύο χρόνια τώρα κατάφερε να επιβιώσει, σε λίγο έρχεται και η απελευθέρωση – του το είπε και αυτό ο μαστρο-Νικόλας- η ζωή θα έβρισκε το δρόμο της. Τι στο διάβολο του ήρθε και συμφώνησε να πάρει στη δούλεψή του αυτόν τον μικρό Εβραίο. Όχι, δεν είχε κάτι μαζί τους αλλά τι λόγος του πέφτει αν τους μαζεύουν οι Βούλγαροι. Ο καθένας για τον εαυτό του, οι ηρωισμοί είναι για άλλους… στο τέλος τέλος ας ανέβαιναν στα βουνά, που λέει και ο μαστρο- Νικόλας.

Το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει, έφθασε ήδη στο κατώφλι του σπιτιού του. Ανοίγοντας την πόρτα είχε την κρυφή ελπίδα πως θα έβρισκε το σπίτι του άδειο, πως
όλα ήταν ένας φριχτός εφιάλτης. Όμως, όχι, ο Ρενέ ήταν εκεί στο σημείο που τον άφησε κοιτώντας τον με μάτια κατακόκκινα από το κλάμα. Κλονίστηκε στη θέα του,
έφερε ασυναίσθητα στο μυαλό του την εικόνα του γιού του, ήταν περίπου στην ίδια ηλικία, μία περίεργη συγκίνηση ένοιωθε να τον καταλαμβάνει. Πήρε την καρέκλα την
έφερε κοντά του και προσπάθησε να του μιλήσει με όση ζεστασιά του είχε απομείνει. «Βρήκα έναν καλό φίλο, που ξέρει τι γίνεται και μου είπε πως τα πράγματα είναι
πολύ δύσκολα… Μπορούμε να σε ανεβάσουμε στο βουνό… εκεί υπάρχουν κάποιοι, αντάρτες τους λένε, που ζούνε ελεύθεροι, που πολεμούν και με τους Βούλγαρους και
με τους Γερμανούς… Εκεί θα είσαι ασφαλής… θα σε προσέχουν… ο πόλεμος θα τελειώσει κάποια στιγμή… οπότε θα γυρίσεις και εσύ εδώ στον τόπο σου… όπου θα
έχουν επιστρέψει και οι δικοί του… τι λες;». Ο Ρενέ άρχισε πάλι να κλαίει σπαρακτικά και μέσα στα αναφιλητά του έλεγε και ξαναέλεγε πως θέλει τους γονείς
του. Ο κυρ-Γιάννης έδειχνε να τα έχει χαμένα. Τι περίμενε άλλωστε; Είναι ένα παιδί μόλις δέκα χρόνων, τι μπορεί να καταλάβει από αυτά που συμβαίνουν δίπλα του. Η
μόνη ασφάλεια γι’ αυτόν είναι οι γονείς του. Ο κυρ- Γιάννης έπιασε πάλι το μπουκάλι, έβαλε ούζο στο ποτήρι ήπιε μια μεγάλη γουλιά και κούνησε το κεφάλι του πέρα δώθε, σαν να θέλει να διώξει τις μαύρες σκέψεις του. Το κλάμα του Ρενέ τον εκνεύριζε, του φώναξε με άγρια φωνή να σταματήσει. Ο Ρενέ κατατρομαγμένος μαζεύτηκε κι άλλο, έγινε ένα πραγματικό κουβάρι. Μετανοιωμένος για τις φωνές του ο κυρ-Γιάννης του ζητάει, όσο πιο ήρεμα μπορεί, να σταματήσει το κλάμα, διαβεβαιώνοντάς τον πως θα βρει μία άλλη λύση.

«Τους γονείς του δεν θέλει; Έ λοιπόν γιατί να μην τον παραδώσω στους Βούλγαρους και αυτοί να τον πάνε σ’ αυτούς;» Αναρωτήθηκε. «Από την άλλη θα με πιστέψουν αν
τους πω πως βρέθηκε στα χέρια μου ή θα με πετάξουν στα κάτεργα; Θα γλυτώσω με το ξύλο ή θα με πάνε για τουφέκισμα; Θεέ μου, τι μαρτύριο είναι αυτό».
Άρχισε να περπατάει σαν δαιμονισμένος μέσα στο σπίτι, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στον Ρενέ που φοβόταν να κάνει και την παραμικρή κίνηση. Έπρεπε να ηρεμήσει. Ο πανικός ήταν ο χειρότερος εχθρός του εκείνη την ώρα. Πήγε να ετοιμάσει τσάι. Έβγαλε από το ντουλάπι ένα ξεροκόμματο και έδωσε στον Ρενέ το μισό, που το πήρε και το κράτησε στο χέρι του. Πήρε να βράσει τσάι. Μόλις ετοιμάστηκε το μοιράστηκε με τον Ρενέ. Του είπε να βουτήξει το ξεροκόμματο στο τσάι για να μαλακώσει. Το μόνο που διέκοπτε τη σιωπή ήταν το ρούφηγμα της μύτης του Ρενέ που εδώ και ώρα προσπαθούσε να κρύψει τα δάκρυά του. Κάποια στιγμή ο κυρ-Γιάννης σηκώθηκε από την καρέκλα απότομα με μια περίεργη λάμψη στα μάτια του. «Βγαίνω έξω» λέει στον Ρενέ. «Πιστεύω πως θα βρούμε την άκρη… Εσύ μείνε εδώ που είσαι… Θα επιστρέψω το γρηγορότερο… δεν ανοίγεις σε κανέναν… δεν
ξεμυτάς… δεν κάνεις τίποτα απολύτως…». Ο μαστρο- Νικόλας βλέποντας τον κυρ-Γιάννη να μπαίνει με ορμή στο τσαγκαράδικο ανασηκώθηκε τρομαγμένος και κοίταξε με προσοχή έξω από το μαγαζί του. Αφού βεβαιώθηκε πως δεν υπάρχει κάτι ή κάποιος που να εμπνέει ανησυχία, έκλεισε την πόρτα και του πρότεινε να καθίσει.

Μετά από αρκετή ώρα ο κυρ- Γιάννης άνοιγε την πόρτα του σπιτιού του. Ο Ρενέ που λαγοκοιμόταν ανασηκώθηκε απότομα τρίβοντας τα μάτια του. Ο κυρ-Γιάννης του χαμογέλασε και του χάιδεψε απαλά τα μαλλιά, λέγοντάς του πως σε λίγες μόνον ώρες από τώρα θα βρεθεί με τους γονείς του, αρκεί να κάνει αυτά που θα του πει. Ο Ρενέ άνοιξε διάπλατα τα μάτια του περιμένοντας τη συνέχεια. «Άκουσε προσεκτικά τι θα γίνει… Μόλις νυχτώσει θα έρθει από εδώ ένας φίλος και οι τρεις μας θα πάμε μέχρι τη γέφυρα των Αγίων Αναργύρων… Ξέρεις που είναι; (ο Ρενέ κούνησε καταφατικά το κεφάλι του)… Από εκεί στα πεντακόσια με επτακόσια μέτρα βρίσκονται τα καπνομάγαζα, όπου κρατούν τους γονείς σου… Θα τα βρεις εύκολα… Λοιπόν θα σε αφήσουμε στη γέφυρα και εσύ θα βαδίσεις προς τα εκεί… Αλλά πρόσεξε τι θα σου πω και βάλτο καλά στο μυαλό σου γιατί είναι και το πιο
δύσκολο. Στο δρόμο σίγουρα θα συναντήσεις Βούλγαρους στρατιώτες… Θα σε σταματήσουν. Δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να φοβηθείς. Θα σε ρωτήσουν στα βουλγάρικα ποιος είσαι και που πας. Εσύ θα τους πεις: Εβρένι σουμ, ίσκαμ μάμα η τάτκο, τίποτα άλλο. Λογικά θα καταλάβουν και θα σε οδηγήσουν στα καπνομάγαζα.

Εκεί όλο και κάποιος θα μιλάει ελληνικά. Θα σε ρωτήσουν ξανά ποιος είσαι και πως βρέθηκες εδώ. Θα τους πεις πως είσαι εβραίος και πως ψάχνεις τους γονείς σου… Και τώρα το πιο σημαντικό. Δεν σε πήραν μαζί τους γιατί όταν ήρθαν να τους μαζέψουν εσύ φοβήθηκες και κρύφθηκες στη σοφίτα του σπιτιού σου, κάτω από ένα κρεβάτι… Έμεινες εκεί σχεδόν μία ολόκληρη μέρα και βλέποντας πως οι γονείς σου δεν επιστρέφουν αποφάσισες να ρωτήσεις τους γείτονες. Αυτοί σου εξήγησαν τι συμβαίνει και σου είπαν να πας να τους βρεις στα καπνομάγαζα. Φοβισμένος έμεινες στο σπίτι χωρίς να ξέρεις τι να κάνεις. Ώσπου πήρες την απόφαση να ξεκινήσεις μόνος για να τους συναντήσεις».

Ο Ρενέ, καθόσον μιλούσε ο κυρ-Γιάννης «ρουφούσε» κυριολεκτικά τα λόγια του. «Ρενέ», συνέχισε ο κυρ-Γιάννης «θέλω να καταλάβεις πολύ καλά αυτά που σου είπα και προς θεού δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να αναφέρεις οτιδήποτε σχετικό με μένα… Αν σου ξεφύγει το παραμικρό είμαι χαμένος… αυτό θέλω να το καταλάβεις οπωσδήποτε», οι τελευταίες του λέξεις μόλις και μετά βίας ακούστηκαν. Ο κυρ- Γιάννης, αφού πήρε μια ανάσα, ζήτησε από τον Ρενέ να του επαναλάβει όσα του είπε. Ακούγοντας τον χαμογέλασε ικανοποιημένος. «Μπράβο, είσαι πολύ έξυπνο παιδί, αλλά μέχρι να φύγουμε από εδώ θα τα επαναλάβουμε πολλές φορές ακόμη… δεν πρέπει να γίνει το παραμικρό λάθος».