ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Απόφαση–καταπέλτης για τα Τέμπη: Το κράτος στη θέση του κατηγορούμενου

Η πρώτη δικαστική απόφαση για την τραγωδία των Τεμπών, από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, δεν αφήνει κανένα περιθώριο ωραιοποίησης. Με καθαρό και τεκμηριωμένο τρόπο, αποδίδει ευθύνες στο Ελληνικό Δημόσιο, όχι ως έναν απλό θεατή των εξελίξεων, αλλά ως βασικό κρίκο σε μια αλυσίδα παραλείψεων που οδήγησαν στην καταστροφή.

Η πρώτη δικαστική απόφαση για την τραγωδία των Τεμπών, από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, δεν αφήνει κανένα περιθώριο ωραιοποίησης. Με καθαρό και τεκμηριωμένο τρόπο, αποδίδει ευθύνες στο Ελληνικό Δημόσιο, όχι ως έναν απλό θεατή των εξελίξεων, αλλά ως βασικό κρίκο σε μια αλυσίδα παραλείψεων που οδήγησαν στην καταστροφή.

Το σκεπτικό των δικαστών είναι σαφές: το κράτος, δια των αρμόδιων οργάνων του, δεν άσκησε όπως όφειλε τον εποπτικό του ρόλο στη σιδηροδρομική ασφάλεια. Και αυτή η παράλειψη δεν είναι αφηρημένη έννοια· συνδέεται άμεσα, αιτιωδώς, με το τραγικό αποτέλεσμα. Με άλλα λόγια, το δυστύχημα δεν ήταν απλώς μια αλληλουχία ατυχών συγκυριών, αλλά ένα γεγονός που θα μπορούσε να έχει αποτραπεί.

Η απόφαση αποδομεί πλήρως το βολικό αφήγημα του «ανθρώπινου λάθους» ως μοναδικής αιτίας. Ναι, υπήρξε σφάλμα στη διαχείριση της κυκλοφορίας. Όμως το κρίσιμο ερώτημα είναι άλλο: γιατί ένα τέτοιο λάθος δεν διορθώθηκε; Η απάντηση βρίσκεται στην απουσία βασικών δικλείδων ασφαλείας. Σηματοδότηση εκτός λειτουργίας για χρόνια, τηλεδιοίκηση ανενεργή, σύστημα αυτόματης πέδησης ανύπαρκτο, ελλιπής ραδιοεπικοινωνία. Ένα σύστημα που λειτουργούσε χωρίς τα στοιχειώδη, αφήνοντας την ασφάλεια να εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από τον ανθρώπινο παράγοντα.

Οι δικαστές επισημαίνουν ότι τα συστήματα αυτά υπάρχουν ακριβώς για να προλαμβάνουν και να διορθώνουν το ανθρώπινο λάθος. Αν έστω ένα από αυτά λειτουργούσε, η σύγκρουση θα είχε αποφευχθεί. Αν υπήρχε τηλεδιοίκηση, δεν θα μπορούσαν να χαραχθούν αντικρουόμενα δρομολόγια. Αν λειτουργούσε το ETCS, τα τρένα θα είχαν ακινητοποιηθεί αυτόματα. Αν υπήρχε πλήρης επικοινωνία, οι μηχανοδηγοί θα είχαν αντιληφθεί εγκαίρως τον κίνδυνο. Τίποτα από αυτά δεν ίσχυε.

Ακόμη πιο επιβαρυντικό είναι το γεγονός ότι οι ελλείψεις αυτές δεν ήταν άγνωστες. Αντιθέτως, είχαν καταγγελθεί επανειλημμένα από εργαζομένους και φορείς του σιδηροδρόμου. Προειδοποιήσεις, εξώδικα, δημόσιες παρεμβάσεις – όλα περιέγραφαν έναν μηχανισμό που λειτουργούσε στα όρια της επικινδυνότητας. Κι όμως, η πολιτεία αδράνησε.

Η ευθύνη δεν περιορίζεται σε ένα πρόσωπο ή μια υπηρεσία. Το Δικαστήριο εντοπίζει μια ευρύτερη θεσμική αποτυχία: από την εποπτεία του Υπουργείου έως τη λειτουργία του ΟΣΕ και την ανεπαρκή στελέχωση της Ρυθμιστικής Αρχής Σιδηροδρόμων, που αντικειμενικά αδυνατούσε να ανταποκριθεί στον ρόλο της. Πρόκειται για ένα σύστημα που δεν λειτούργησε όπως όφειλε, σε έναν τομέα όπου το περιθώριο λάθους είναι μηδενικό.

Η σημασία της απόφασης ξεπερνά την επιδίκαση αποζημιώσεων στους συγγενείς των θυμάτων. Διαμορφώνει ένα ισχυρό νομολογιακό προηγούμενο, πάνω στο οποίο θα στηριχθούν οι επόμενες αγωγές. Κυρίως, όμως, θέτει ένα σαφές πλαίσιο ευθύνης: το κράτος δεν μπορεί να αποποιείται τον ρόλο του όταν πρόκειται για την προστασία της ανθρώπινης ζωής.

Στο τέλος, αυτό που μένει δεν είναι μόνο η νομική διάσταση. Είναι η επιβεβαίωση μιας σκληρής πραγματικότητας: το δυστύχημα των Τεμπών δεν ήταν αναπόφευκτο. Ήταν το αποτέλεσμα μιας μακράς αλυσίδας αδράνειας, καθυστερήσεων και επιλογών που άφησαν το σύστημα γυμνό από ασφάλεια.

Και αυτή η διαπίστωση, πλέον, δεν αποτελεί πολιτική εκτίμηση. Είναι δικαστική κρίση.