«Δεν θα γίνω αποδιοπομπαίος τράγος» -Η δήλωση Ντίλιαν που επαναφέρει το σκάνδαλο υποκλοπών στο πολιτικό πεδίο
Η υπερασπιστική του γραμμή είναι ξεκάθαρη και επαναλαμβανόμενη. Υποστηρίζει ότι το λογισμικό Predator παρέχεται αποκλειστικά σε κυβερνήσεις και αρμόδιες αρχές ασφαλείας, εντός του ευρωπαϊκού κανονιστικού πλαισίου. Κατά τον ίδιο, οι κρατικές υπηρεσίες είναι εκείνες που επιλέγουν στόχους, σχεδιάζουν και εκτελούν τις επιχειρήσεις, χωρίς η εταιρεία να έχει γνώση ή εμπλοκή στη χρήση.
Η υπερασπιστική του γραμμή είναι ξεκάθαρη και επαναλαμβανόμενη. Υποστηρίζει ότι το λογισμικό Predator παρέχεται αποκλειστικά σε κυβερνήσεις και αρμόδιες αρχές ασφαλείας, εντός του ευρωπαϊκού κανονιστικού πλαισίου. Κατά τον ίδιο, οι κρατικές υπηρεσίες είναι εκείνες που επιλέγουν στόχους, σχεδιάζουν και εκτελούν τις επιχειρήσεις, χωρίς η εταιρεία να έχει γνώση ή εμπλοκή στη χρήση.
Η νέα δημόσια τοποθέτηση του ιδρυτή της Intellexa, Ταλ Ντίλιαν, δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη παρέμβαση υπεράσπισης. Συνιστά μια σαφή προσπάθεια μετατόπισης του κέντρου βάρους της υπόθεσης των υποκλοπών από το επίπεδο της ιδιωτικής τεχνολογίας στο επίπεδο της κρατικής ευθύνης. Με μια φράση που συμπυκνώνει την πρόθεσή του, «δεν θα γίνω ο αποδιοπομπαίος τράγος», ο Ντίλιαν ανοίγει εκ νέου ένα ζήτημα που ουδέποτε έκλεισε πραγματικά: ποιος είχε τον έλεγχο και ποιος έδωσε τις εντολές.
Η υπερασπιστική του γραμμή είναι ξεκάθαρη και επαναλαμβανόμενη. Υποστηρίζει ότι το λογισμικό Predator παρέχεται αποκλειστικά σε κυβερνήσεις και αρμόδιες αρχές ασφαλείας, εντός του ευρωπαϊκού κανονιστικού πλαισίου. Κατά τον ίδιο, οι κρατικές υπηρεσίες είναι εκείνες που επιλέγουν στόχους, σχεδιάζουν και εκτελούν τις επιχειρήσεις, χωρίς η εταιρεία να έχει γνώση ή εμπλοκή στη χρήση. Με άλλα λόγια, επιχειρεί να αποσυνδέσει πλήρως την τεχνολογική παροχή από την επιχειρησιακή ευθύνη, μεταφέροντας το κρίσιμο ερώτημα από το «ποιος έφτιαξε το εργαλείο» στο «ποιος το χρησιμοποίησε».
Ωστόσο, η δήλωση δεν σταματά εκεί. Περιλαμβάνει σαφείς αιχμές τόσο για τη δικαστική διερεύνηση όσο και για το πολιτικό πλαίσιο της υπόθεσης. Ο Ντίλιαν κάνει λόγο για απουσία αποδεικτικών στοιχείων που να τεκμηριώνουν προσωπική του εμπλοκή, επισημαίνοντας ότι η απόφαση δεν προσδιορίζει ούτε τον τρόπο ούτε τον χρόνο των φερόμενων παρεμβάσεων, ούτε συνοδεύεται από τεχνικά πορίσματα. Αντιθέτως, επικαλείται μαρτυρίες που ,όπως υποστηρίζει αφήνουν ανοικτό το ενδεχόμενο εμπλοκής κρατικών υπηρεσιών. Σε αυτό το σημείο, η τοποθέτησή του αποκτά σαφή πολιτική διάσταση, καθώς θέτει ευθέως το ζήτημα της επιλεκτικής διερεύνησης.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει και η αναφορά του στο σκάνδαλο Watergate και στον Ρίτσαρντ Νίξον. Δεν πρόκειται για ιστορική αναλογία χωρίς στόχευση. Αντιθέτως, λειτουργεί ως ευθεία υπενθύμιση ότι σε υποθέσεις παρακολουθήσεων, το κρίσιμο δεν είναι μόνο η πράξη καθαυτή, αλλά κυρίως η ενδεχόμενη συγκάλυψή της. Με αυτή την αναφορά, ο Ντίλιαν επιχειρεί να μεταφέρει το ζήτημα από μια τεχνική-ποινική υπόθεση σε μια υπόθεση πολιτικής λογοδοσίας.
Η ουσία, ωστόσο, παραμένει αμείλικτη. Εάν πράγματι το Predator, διατίθεται αποκλειστικά σε κρατικούς φορείς και μόνο αυτοί έχουν τη δυνατότητα επιχειρησιακής χρήσης του, τότε το ερώτημα που ανακύπτει δεν μπορεί να παρακαμφθεί: ποιος το χρησιμοποίησε στην Ελλάδα και με ποια εντολή. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν είναι τεχνική· είναι βαθιά πολιτική.
Σε μια συγκυρία όπου επιχειρείται να κλείσει επικοινωνιακά ο φάκελος των υποκλοπών, η δήλωση Ντίλιαν λειτουργεί ως παράγοντας αποσταθεροποίησης αυτής της αφήγησης. Όχι γιατί προσφέρει απαντήσεις, αλλά γιατί επαναφέρει με μεγαλύτερη ένταση τα ερωτήματα. Και όσο αυτά παραμένουν αναπάντητα, το σκάνδαλο δεν ανήκει στο παρελθόν , παραμένει ανοιχτή πληγή για τη δημοκρατία και τη θεσμική αξιοπιστία της χώρας.
Πασχάλης Θ. Τόσιος
Για τον Καθημερινό Παρατηρητή

