Διεθνές Δίκαιο σε «αναστολή»; Ρήγμα κορυφής στην κυβερνητική γραμμή για τα εθνικά
Μια υπόθεση που εκκινεί από τη Βενεζουέλα ανέδειξε, με τρόπο αμήχανο και πολιτικά βαρύ, ένα ρήγμα στην κορυφή της κυβέρνησης για τον ρόλο και τα όρια του διεθνούς δικαίου. Δεν πρόκειται για διαφορά ύφους ή ερμηνείας, αλλά για αντιπαράθεση στρατηγικής με ευθείες συνέπειες στα εθνικά ζητήματα.
Μια υπόθεση που εκκινεί από τη Βενεζουέλα ανέδειξε, με τρόπο αμήχανο και πολιτικά βαρύ, ένα ρήγμα στην κορυφή της κυβέρνησης για τον ρόλο και τα όρια του διεθνούς δικαίου. Δεν πρόκειται για διαφορά ύφους ή ερμηνείας, αλλά για αντιπαράθεση στρατηγικής με ευθείες συνέπειες στα εθνικά ζητήματα.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, σχολιάζοντας τις διεθνείς εξελίξεις, άφησε να εννοηθεί ότι σε ορισμένες συγκυρίες η αξιολόγηση της νομιμότητας μπορεί να υποχωρεί μπροστά σε ευρύτερες γεωπολιτικές σκοπιμότητες. Η διατύπωση αυτή –με προσεκτικό αλλά σαφή τρόπο– εξέπεμψε το μήνυμα ότι το διεθνές δίκαιο δεν είναι πάντοτε το πρώτο κριτήριο, όταν διακυβεύονται συσχετισμοί ισχύος και διεθνείς ισορροπίες.
Η προσέγγιση αυτή προκάλεσε έντονη συζήτηση στους διπλωματικούς και πολιτικούς κύκλους. Για την Ελλάδα, επισημαίνουν, το διεθνές δίκαιο δεν αποτελεί θεωρητικό πλαίσιο, αλλά πρακτικό εργαλείο άμυνας απέναντι στον αναθεωρητισμό. Κάθε υπαινιγμός «ελαστικότητας» λειτουργεί διαβρωτικά για την ίδια τη βάση των εθνικών επιχειρημάτων σε κρίσιμα μέτωπα.
Σε αυτό το φόντο, η παρέμβαση του υπουργού Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας υπήρξε ευθεία και καθαρή. «Με το διεθνές δίκαιο δεν παίζουμε», τόνισε, υπογραμμίζοντας ότι ο Χάρτης του ΟΗΕ και οι κανόνες της διεθνούς νομιμότητας συνιστούν αδιαπραγμάτευτο πυρήνα της ελληνικής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής. Όχι ως ρητορική αναφορά, αλλά ως σταθερή στρατηγική επιλογή.
Η αντίθεση δεν είναι απλώς λεκτική. Αναλυτές κάνουν λόγο για δύο διαφορετικές σχολές σκέψης στο εσωτερικό της κυβέρνησης: από τη μία, ένας πραγματισμός που αποδέχεται τις «γκρίζες ζώνες» της διεθνούς πολιτικής· από την άλλη, μια θεσμική γραμμή που αναγνωρίζει πως για χώρες χωρίς την ισχύ των μεγάλων δυνάμεων, το διεθνές δίκαιο είναι όρος ασφάλειας και συνέχειας.
Η συζήτηση μεταφέρθηκε και στη Βουλή, με την αντιπολίτευση να καταγγέλλει «πολυγλωσσία» και να προειδοποιεί ότι τέτοια μηνύματα θολώνουν τη διεθνή εικόνα της χώρας. Το ερώτημα που τίθεται ευθέως είναι απλό αλλά κρίσιμο: αν το διεθνές δίκαιο εμφανίζεται ως διαπραγματεύσιμο σε μια μακρινή κρίση, πόσο σταθερό παραμένει όταν πρόκειται για άμεσα ελληνικά συμφέροντα;
Το βέβαιο είναι ότι η υπόθεση δεν έκλεισε με μια δήλωση. Ανέδειξε μια αγέφυρωτη διαφορά στον τρόπο που αντιλαμβάνεται η κυβερνητική ηγεσία τα όρια της εξωτερικής πολιτικής. Και σε μια περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών πιέσεων, αυτή η διαφορά δεν είναι δευτερεύουσα· είναι βαθιά πολιτική και δυνητικά επικίνδυνη.
