ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Εγνατία Οδός: όταν το κράτος έγινε μεσάζων ξεπουλήματος και οι πολίτες μόνιμοι πληρωτές

Η παραχώρηση της Εγνατίας Οδού δεν είναι ένα τεχνικό ζήτημα διαχείρισης υποδομών. Είναι μια βαθιά πολιτική πράξη με ξεκάθαρο ιδεολογικό πρόσημο: το κράτος αποσύρεται από τον ρόλο του θεματοφύλακα του δημόσιου συμφέροντος και αναλαμβάνει ρόλο μεσάζοντα στη μεταφορά δημόσιου πλούτου προς ιδιωτικά και μάλιστα ολιγοπωλιακά συμφέροντα.

Η παραχώρηση της Εγνατίας Οδού δεν είναι ένα τεχνικό ζήτημα διαχείρισης υποδομών. Είναι μια βαθιά πολιτική πράξη με ξεκάθαρο ιδεολογικό πρόσημο: το κράτος αποσύρεται από τον ρόλο του θεματοφύλακα του δημόσιου συμφέροντος και αναλαμβάνει ρόλο μεσάζοντα στη μεταφορά δημόσιου πλούτου προς ιδιωτικά και μάλιστα ολιγοπωλιακά συμφέροντα.

Η Εγνατία Οδός κατασκευάστηκε με περίπου 7 δισ. ευρώ δημόσιου χρήματος, ελληνικού και ευρωπαϊκού. Δεν ήταν «βάρος», ήταν αναπτυξιακή επιλογή: ένωσε τη Βόρεια Ελλάδα, στήριξε την περιφέρεια, μείωσε χρόνους και κόστος μεταφορών, έδωσε ανάσα σε αγρότες, επαγγελματίες, μικρές επιχειρήσεις. Κι όμως, αυτό το στρατηγικής σημασίας έργο παραχωρήθηκε για 35 χρόνια έναντι περίπου 1,27 δισ. ευρώ – ποσό μάλιστα χαμηλότερο από εκείνο που είχε συμφωνηθεί χρόνια πριν, χωρίς ποτέ η κυβέρνηση να εξηγήσει πειστικά γιατί και με ποια λογική αποδέχθηκε τη μείωση.

Το «δημόσιο ρίσκο» και το «ιδιωτικό κέρδος»

Η ουσία του μοντέλου είναι απλή και κυνική:
η κοινωνία αναλαμβάνει το κόστος,
ο ιδιώτης απολαμβάνει το όφελος.

Με την υπογραφή της σύμβασης, ο παραχωρησιούχος – η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ – εξασφαλίζει δεκαετίες προβλέψιμων εσόδων, με εταιρικές προβολές που μιλούν για διψήφια δισεκατομμύρια τζίρου και λειτουργικά κέρδη δισεκατομμυρίων. Την ίδια στιγμή, το κράτος περιορίζεται στον ρόλο του εισπράκτορα φόρων και του θεατή κοινωνικών συνεπειών που το ίδιο προκάλεσε.

Δεν πρόλαβε να στεγνώσει το μελάνι της παραχώρησης και ήρθαν αυξήσεις διοδίων. Όχι ως εξαίρεση, αλλά ως προαναγγελθείσα κανονικότητα. Γιατί αυτό είναι το επιχειρηματικό σχέδιο: η σταθερή επιβάρυνση των πολλών για τη σταθερή κερδοφορία των λίγων.

Διόδια, φόροι και ακρίβεια: ο φαύλος κύκλος

Η μετακίνηση μετατρέπεται σε είδος πολυτελείας. Ένα ταξίδι Αθήνα–Θεσσαλονίκη κοστίζει πλέον πάνω από 100 ευρώ σε διόδια και καύσιμα. Από αυτά, σχεδόν τα μισά καταλήγουν στο κράτος μέσω ΦΠΑ και ειδικών φόρων. Δηλαδή ο πολίτης:

  • πληρώνει διόδια στον ιδιώτη,

  • πληρώνει υπερφορολόγηση στο κράτος,

  • και στο τέλος πληρώνει ξανά, μέσω της ακρίβειας στα ράφια και στις υπηρεσίες.

Αυτός ο μηχανισμός δεν είναι τυχαίος. Είναι δομικός. Τροφοδοτεί το κόστος μεταφορών, συμπιέζει τα εισοδήματα, ακυρώνει κάθε συζήτηση για αυξήσεις μισθών και βαθαίνει τις κοινωνικές ανισότητες.

Η περιφέρεια σε καθεστώς οικονομικής ομηρίας

Η Εγνατία Οδός είναι η ραχοκοκαλιά της παραγωγικής Βόρειας Ελλάδας. Κάθε ευρώ αύξησης στα διόδια μεταφράζεται σε:

  • μεγαλύτερο κόστος για τον αγρότη που μεταφέρει την παραγωγή του,

  • χαμηλότερα περιθώρια για τον επαγγελματία,

  • μειωμένη ανταγωνιστικότητα για τα ελληνικά προϊόντα,

  • περαιτέρω αποψίλωση της περιφέρειας.

Και όμως, η κυβέρνηση επιμένει να βαφτίζει αυτή την πολιτική «ανάπτυξη», την ώρα που υπονομεύει τις ίδιες τις προϋποθέσεις της.

Δεν ήταν μονόδρομος ,ήταν επιλογή

Το αφήγημα της «αναγκαιότητας» καταρρέει. Υπήρχαν εναλλακτικές:

  • δημόσια διαχείριση με κοινωνικό έλεγχο,

  • λογικά διόδια με αναπτυξιακό πρόσημο,

  • επανεπένδυση των εσόδων υπέρ της κοινωνίας και της περιφέρειας.

Αντί γι’ αυτά, επελέγη συνειδητά το δόγμα του ξεπουλήματος των υποδομών, στο όνομα μιας ιδεολογίας που θεωρεί το δημόσιο εμπόδιο και τον πολίτη απλώς πηγή εσόδων.

Γιατί η κοινωνία στέκεται δίπλα στους αγρότες

Όταν οι αγρότες βγαίνουν στους δρόμους, εκφράζουν κάτι πολύ ευρύτερο από τα δικά τους αιτήματα. Εκφράζουν μια κοινωνία που βλέπει να πληρώνει ξανά και ξανά για τα ίδια αγαθά. Γι’ αυτό και βρίσκουν στήριξη: επειδή η αδικία δεν είναι κλαδική, είναι γενικευμένη.

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι γιατί υπάρχουν αντιδράσεις.
Είναι πόσο ακόμη θα θεωρείται κανονικό μια πολιτική που μετατρέπει τους πολίτες σε ενοικιαστές της ίδιας τους της χώρας.

Πασχάλης Θ. Τόσιος