ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ελλάδα σε ελεύθερη πτώση: Στα τάρταρα η καταναλωτική εμπιστοσύνη – Πρωταθλήτρια απαισιοδοξίας στην Ευρώπη

Η νέα μέτρηση της ΙΟΒΕ για τον Μάρτιο αποτυπώνει με τον πιο καθαρό τρόπο αυτό που βιώνουν καθημερινά τα ελληνικά νοικοκυριά: μια οικονομική πραγματικότητα που πιέζει, απογοητεύει και κυρίως δεν αφήνει κανένα περιθώριο αισιοδοξίας.

Η νέα μέτρηση της ΙΟΒΕ για τον Μάρτιο αποτυπώνει με τον πιο καθαρό τρόπο αυτό που βιώνουν καθημερινά τα ελληνικά νοικοκυριά: μια οικονομική πραγματικότητα που πιέζει, απογοητεύει και κυρίως δεν αφήνει κανένα περιθώριο αισιοδοξίας.

Ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης υποχώρησε περαιτέρω, φτάνοντας τις -52,5 μονάδες, από -49,2 τον Φεβρουάριο. Πρόκειται για μία ακόμη επιδείνωση που διατηρεί την Ελλάδα στην τελευταία θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με διαφορά μάλιστα που δεν επιτρέπει συγκρίσεις αλλά αναδεικνύει ένα βαθύ και επίμονο έλλειμμα εμπιστοσύνης.

Την ώρα που ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαμορφώνεται στις -15,2 μονάδες και στην Ευρωζώνη στις -16,3, η ελληνική κοινωνία μοιάζει να κινείται σε ένα εντελώς διαφορετικό  και σαφώς πιο σκοτεινό , οικονομικό περιβάλλον.

Η απαισιοδοξία αυτή δεν είναι αφηρημένη έννοια. Μεταφράζεται σε συγκεκριμένες απαντήσεις, σε πραγματικές αγωνίες και σε καθημερινά αδιέξοδα. Το 67% των νοικοκυριών δηλώνει ότι η οικονομική του κατάσταση επιδεινώθηκε το τελευταίο 12μηνο, ενώ μόλις το 2% διαπιστώνει κάποια βελτίωση. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι οι προσδοκίες για το μέλλον επιδεινώνονται περαιτέρω: σχεδόν 7 στους 10 πολίτες (69%) εκτιμούν ότι η κατάσταση θα γίνει χειρότερη μέσα στον επόμενο χρόνο.

Η ίδια ζοφερή εικόνα αποτυπώνεται και στις προβλέψεις για την οικονομία της χώρας, με το 72% των πολιτών να αναμένει επιδείνωση και τον σχετικό δείκτη να υποχωρεί στις -58,8 μονάδες. Πρόκειται για μία γενικευμένη απώλεια εμπιστοσύνης, όχι μόνο στο παρόν αλλά κυρίως στο αύριο.

Σε αυτό το περιβάλλον, η κατανάλωση ,βασικός πυλώνας της οικονομίας , καταγράφει σαφή κάμψη. Πάνω από τους μισούς πολίτες (57%) δηλώνουν ότι θα περιορίσουν τις δαπάνες τους, ενώ μόλις ένα ισχνό 3% εκτιμά ότι θα αυξήσει τις αγορές του. Την ίδια ώρα, η δυνατότητα αποταμίευσης παραμένει σχεδόν ανύπαρκτη: το 87% των νοικοκυριών θεωρεί απίθανο να μπορέσει να αποταμιεύσει το επόμενο διάστημα.

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, οι προσδοκίες για την πορεία των τιμών επιδεινώνονται δραματικά. Το 76% των πολιτών προβλέπει περαιτέρω αύξηση του κόστους ζωής, με τον σχετικό δείκτη να εκτοξεύεται στις +53,2 μονάδες. Η ακρίβεια εξακολουθεί να λειτουργεί ως μόνιμη απειλή για το διαθέσιμο εισόδημα, εντείνοντας το αίσθημα ανασφάλειας.

Η καθημερινότητα των πολιτών αποτυπώνεται με ωμό τρόπο: το 63% «μόλις τα βγάζει πέρα», ένα αυξανόμενο ποσοστό αντλεί χρήματα από τις αποταμιεύσεις του, ενώ ένα μικρό αλλά υπαρκτό τμήμα δηλώνει ήδη υπερχρεωμένο. Ταυτόχρονα, η αβεβαιότητα για το μέλλον παραμένει κυρίαρχη, με το 61% να δηλώνει ότι δυσκολεύεται να προβλέψει ακόμη και την προσωπική του οικονομική πορεία.

Η εικόνα που διαμορφώνεται δεν είναι συγκυριακή. Δεν πρόκειται για μία πρόσκαιρη διακύμανση δεικτών, αλλά για μία βαθύτερη κοινωνική και οικονομική δυσλειτουργία. Όταν μια κοινωνία δεν καταναλώνει, δεν αποταμιεύει και δεν ελπίζει, τότε η κρίση παύει να είναι μόνο οικονομική και γίνεται κρίση προοπτικής.

Και αυτή είναι ίσως η πιο ανησυχητική διάσταση των στοιχείων: όχι το πόσο δύσκολα είναι τα πράγματα σήμερα, αλλά το γεγονός ότι οι πολίτες δεν βλέπουν καμία ουσιαστική βελτίωση στον ορίζοντα.