Ενεργειακό ράλι χωρίς φρένα – Το αγροτικό πετρέλαιο «πνίγει» την παραγωγή
Για περιοχές με έντονη αγροτική δραστηριότητα – όπως ο νομός Σερρών ,το ζήτημα δεν αφορά μόνο τους παραγωγούς. Αγγίζει συνολικά την τοπική οικονομία, την απασχόληση, τις μεταφορές και την ίδια την επισιτιστική ασφάλεια της χώρας.
Για περιοχές με έντονη αγροτική δραστηριότητα – όπως ο νομός Σερρών ,το ζήτημα δεν αφορά μόνο τους παραγωγούς. Αγγίζει συνολικά την τοπική οικονομία, την απασχόληση, τις μεταφορές και την ίδια την επισιτιστική ασφάλεια της χώρας.
Σε μια περίοδο όπου τα ελληνικά νοικοκυριά δοκιμάζονται ήδη από την ακρίβεια στα βασικά αγαθά, ένα νέο κύμα ανατιμήσεων στην ενέργεια έρχεται να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την καθημερινότητα πολιτών και επιχειρήσεων. Οι τιμές του φυσικού αερίου και του πετρελαίου καταγράφουν εκ νέου ανοδική πορεία στις διεθνείς αγορές, συμπαρασύροντας προς τα πάνω το κόστος θέρμανσης, ηλεκτρικής ενέργειας και μετακίνησης.
Η ενεργειακή αγορά εισέρχεται σε μια νέα φάση έντονης αστάθειας, επηρεασμένη από γεωπολιτικές εντάσεις, περιορισμούς στην προσφορά και την αβεβαιότητα που επικρατεί στις παγκόσμιες αγορές καυσίμων. Το αποτέλεσμα είναι ένα διαρκές «ράλι» τιμών που μεταφέρεται σχεδόν άμεσα στην πραγματική οικονομία.
Στην Ελλάδα, ωστόσο, το πρόβλημα λαμβάνει ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις. Η δομή της αγοράς ενέργειας, με περιορισμένο ανταγωνισμό και ισχυρή συγκέντρωση ισχύος σε λίγους μεγάλους παίκτες, δημιουργεί εύφορο έδαφος για υπερκέρδη και στρεβλώσεις. Οι αυξήσεις στις διεθνείς τιμές μεταφέρονται ταχύτατα στους λογαριασμούς των καταναλωτών, ενώ όταν οι τιμές υποχωρούν, η αποκλιμάκωση καθυστερεί ή περιορίζεται.
Παρά τις συνεχείς καταγγελίες για φαινόμενα αισχροκέρδειας, η κυβερνητική στάση παραμένει κατώτερη των περιστάσεων. Οι παρεμβάσεις εξαντλούνται σε περιστασιακές επιδοτήσεις ή σε γενικόλογες αναφορές περί «διεθνών πιέσεων», χωρίς να αντιμετωπίζονται οι βαθύτερες στρεβλώσεις της αγοράς. Ουσιαστικοί μηχανισμοί ελέγχου της τιμολόγησης και της κερδοφορίας των ενεργειακών ομίλων παραμένουν ανεπαρκείς, ενώ τα μέτρα προστασίας των καταναλωτών αποδεικνύονται συχνά αποσπασματικά.
Ωστόσο, εκεί όπου η ενεργειακή κρίση αποκτά πλέον δραματικές διαστάσεις είναι στον πρωτογενή τομέα. Το αγροτικό πετρέλαιο αποτελεί βασικό συντελεστή της παραγωγής: από το όργωμα και τις καλλιεργητικές εργασίες μέχρι τη λειτουργία των μηχανημάτων, τις μεταφορές και τα αντλιοστάσια άρδευσης.
Με τις τιμές του πετρελαίου να κινούνται σε υψηλά επίπεδα, το κόστος παραγωγής για τον αγρότη εκτοξεύεται. Σε πολλές περιπτώσεις, η καλλιέργεια κινδυνεύει να γίνει οικονομικά ασύμφορη, ιδιαίτερα όταν οι τιμές των αγροτικών προϊόντων παραμένουν πιεσμένες και τα περιθώρια κέρδους περιορίζονται δραματικά.
Για περιοχές με έντονη αγροτική δραστηριότητα , όπως ο νομός Σερρών, το ζήτημα δεν αφορά μόνο τους παραγωγούς. Αγγίζει συνολικά την τοπική οικονομία, την απασχόληση, τις μεταφορές και την ίδια την επισιτιστική ασφάλεια της χώρας.
Η πραγματικότητα είναι απλή και σκληρή: όταν το πετρέλαιο που κινεί την παραγωγή γίνεται απλησίαστο, η αγροτική οικονομία αρχίζει να ασφυκτιά. Και όταν η παραγωγή ασφυκτιά, το κόστος μεταφέρεται αναπόφευκτα και στο ράφι.
Η κυβέρνηση διαθέτει εργαλεία για να παρέμβει: ουσιαστική μείωση της φορολογίας στο αγροτικό πετρέλαιο, μόνιμο σύστημα επιστροφής του ΕΦΚ, αυστηρούς ελέγχους στην αγορά καυσίμων και παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση των στρεβλώσεων της ενεργειακής αγοράς.
Μέχρι σήμερα όμως οι παρεμβάσεις παραμένουν περιορισμένες και αποσπασματικές.
Και έτσι, την ώρα που οι ενεργειακοί όμιλοι εμφανίζουν υψηλά κέρδη, ο λογαριασμός μεταφέρεται στους πολίτες και στους παραγωγούς.
Το ερώτημα λοιπόν γίνεται πλέον υπαρξιακό για την ελληνική ύπαιθρο:
αν το κόστος της ενέργειας συνεχίσει να κινείται σε αυτά τα επίπεδα, θα μπορέσει το αγροτικό επάγγελμα να παραμείνει βιώσιμο ή οδηγούμαστε σταδιακά σε εγκατάλειψη της παραγωγής;
Καθημερινός Παρατηρητής
