ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ευρωπαϊκός προϋπολογισμός: Περισσότερα θα πληρώνει η Ελλάδα, λιγότερα θα λαμβάνει

Στο επίκεντρο η ΚΑΠ – Ερωτήματα για τη στάση της κυβέρνησης και του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης

Στο επίκεντρο η ΚΑΠ – Ερωτήματα για τη στάση της κυβέρνησης και του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης

Σοβαρές ανησυχίες προκαλούν οι εξελίξεις γύρω από τον νέο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό της επόμενης επταετίας, καθώς τα στοιχεία που κυκλοφορούν στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων δείχνουν ότι η Ελλάδα ενδέχεται να βρεθεί μπροστά σε μια εξαιρετικά δυσμενή εξίσωση: να αυξηθούν οι οικονομικές της υποχρεώσεις προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ ταυτόχρονα να μειωθούν σημαντικά οι πόροι που λαμβάνει.

Σύμφωνα με τα δεδομένα που έχουν δει το φως της δημοσιότητας στο πλαίσιο της συζήτησης για το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της Ε.Ε., εξετάζεται μείωση έως και 25% στα κονδύλια της Κοινή Αγροτική Πολιτική και των Ταμείων Συνοχής, δύο βασικών πυλώνων χρηματοδότησης που επί δεκαετίες στηρίζουν την ελληνική οικονομία και ιδιαίτερα τον πρωτογενή τομέα.

Την ίδια στιγμή, οι εκτιμήσεις αναφέρουν ότι οι συνολικοί πόροι που θα κατευθυνθούν προς την Ελλάδα ενδέχεται να μειωθούν κατά περίπου 12 δισεκατομμύρια ευρώ στην επόμενη προγραμματική περίοδο, γεγονός που θα είχε άμεσες συνέπειες στην αγροτική παραγωγή, στις υποδομές και στην περιφερειακή ανάπτυξη.

Παράλληλα, εξετάζεται αύξηση έως και 20% της εθνικής εισφοράς της Ελλάδας στον κοινοτικό προϋπολογισμό, κάτι που σημαίνει ότι η χώρα θα κληθεί να καταβάλει μεγαλύτερη συμμετοχή στο ευρωπαϊκό ταμείο την ίδια στιγμή που οι επιστροφές πόρων προς την ελληνική οικονομία ενδέχεται να μειωθούν.

Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ένα σαφές πολιτικό ερώτημα: ποια είναι η θέση της ελληνικής κυβέρνησης και ποια στρατηγική έχει διαμορφωθεί για την υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων;

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά ο ρόλος του Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, το οποίο καλείται να διασφαλίσει τη χρηματοδότηση του πρωτογενούς τομέα σε μια περίοδο όπου οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι αντιμετωπίζουν ήδη σοβαρές πιέσεις από το αυξημένο κόστος παραγωγής, την ενεργειακή κρίση και τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.

Η πιθανή μείωση των αγροτικών ενισχύσεων κατά 25% θα αποτελούσε ένα ισχυρό πλήγμα για χιλιάδες παραγωγούς σε όλη τη χώρα, ιδιαίτερα σε περιφέρειες όπου η αγροτική δραστηριότητα αποτελεί βασικό πυλώνα της τοπικής οικονομίας.

Παρά τα κρίσιμα αυτά δεδομένα, μέχρι στιγμής δεν έχει παρουσιαστεί μια σαφής και δημόσια διατυπωμένη εθνική στρατηγική για το πώς σκοπεύει η Ελλάδα να αντιμετωπίσει τις επικείμενες αλλαγές.

Η συζήτηση γίνεται ακόμη πιο σύνθετη μετά την έκθεση του Mario Draghi για το μέλλον της ευρωπαϊκής οικονομίας, σύμφωνα με την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση θα χρειαστεί επενδύσεις ύψους έως και 6 τρισεκατομμυρίων ευρώ μέσα στην επόμενη επταετία προκειμένου να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά της απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα.

Την ίδια στιγμή όμως, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φαίνεται να προσανατολίζεται σε ένα πολύ μικρότερο πακέτο επενδύσεων, που εκτιμάται γύρω στα 400 δισεκατομμύρια ευρώ, γεγονός που δημιουργεί σημαντικές αντιφάσεις στη στρατηγική της Ένωσης.

Παράλληλα, προωθείται και ένα νέο μοντέλο κατανομής των ευρωπαϊκών πόρων, σύμφωνα με το οποίο η χρηματοδότηση θα συνδέεται με ορόσημα, μεταρρυθμίσεις και συγκεκριμένα προαπαιτούμενα, κατά τα πρότυπα του Ταμείου Ανάκαμψης. Ένα σύστημα που ενδέχεται να δυσκολέψει ακόμη περισσότερο χώρες με αργούς διοικητικούς μηχανισμούς.

Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα καλείται να δώσει μια δύσκολη διαπραγματευτική μάχη για να προστατεύσει πόρους που αποτελούν ζωτικής σημασίας εργαλείο ανάπτυξης για την περιφέρεια και τον πρωτογενή τομέα.

Και ακριβώς γι’ αυτό, η μέχρι τώρα απουσία σαφούς τοποθέτησης από την κυβέρνηση και το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης δημιουργεί έντονο προβληματισμό. Διότι σε μια Ευρώπη που επανασχεδιάζει τις οικονομικές της προτεραιότητες, η σιωπή δεν είναι στρατηγική – είναι απλώς απουσία πολιτικής.


Καθημερινός Παρατηρητής

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ