Ευθυμία Αθανασιάδου: Υπάρχουν ιστορίες που γράφονται για να ακουστούν εκεί όπου για χρόνια επικρατούσε σιωπή
Υπάρχουν ιστορίες που δεν γράφονται απλώς για να ειπωθούν — γράφονται για να ακουστούν εκεί όπου για χρόνια επικρατούσε σιωπή. Το νέο μυθιστόρημα της Ευθυμίας Αθανασιάδου, «Στα Χρόνια της Ντροπής», ανήκει σε αυτή την κατηγορία: δεν αφηγείται μόνο μια προσωπική διαδρομή, αλλά φωτίζει μια ολόκληρη εποχή όπου η σιωπή θεωρούνταν καθήκον και η αντοχή μονόδρομος.
Υπάρχουν ιστορίες που δεν γράφονται απλώς για να ειπωθούν — γράφονται για να ακουστούν εκεί όπου για χρόνια επικρατούσε σιωπή. Το νέο μυθιστόρημα της Ευθυμίας Αθανασιάδου, «Στα Χρόνια της Ντροπής», ανήκει σε αυτή την κατηγορία: δεν αφηγείται μόνο μια προσωπική διαδρομή, αλλά φωτίζει μια ολόκληρη εποχή όπου η σιωπή θεωρούνταν καθήκον και η αντοχή μονόδρομος.
Μέσα από την ιστορία μιας γυναίκας που μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον περιορισμών, ελέγχου και βαθιά ριζωμένων κοινωνικών αντιλήψεων, η συγγραφέας αναμετριέται με έννοιες όπως η ντροπή, η κακοποίηση και η απώλεια — όχι ως μεμονωμένα βιώματα, αλλά ως συλλογικές εμπειρίες που διατρέχουν γενιές. Και ενώ η αφήγηση ριζώνει στο παρελθόν, οι προεκτάσεις της φτάνουν αναπόφευκτα στο σήμερα.
Στη συζήτηση που ακολουθεί, η Ευθυμία Αθανασιάδου μιλά με ειλικρίνεια για τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στον πόνο και την αντοχή, για τη δύναμη της αφήγησης ως πράξη ευθύνης, αλλά και για τη σημασία του να βρίσκεις τη φωνή σου — ακόμη κι όταν για χρόνια σου έμαθαν να σωπαίνεις.
Συνέντευξη
— Ο τίτλος του βιβλίου σας είναι ιδιαίτερα φορτισμένος. Πώς αντιλαμβάνεστε τη «ντροπή» και πώς διαμόρφωσε τη ζωή της ηρωίδας σας;
Η ντροπή είναι ένα βαθιά επώδυνο συναίσθημα που οδηγεί τον άνθρωπο στην απόσυρση και την απομόνωση. Η ηρωίδα μου προσπαθεί να προστατευτεί κλείνοντας τον εαυτό της από τους άλλους, όμως τελικά αυτή η επιλογή τη φυλακίζει ακόμη περισσότερο. Η ντροπή λειτουργεί σαν μια βαριά σκιά που καλύπτει τα χρόνια της, γεμίζοντάς τη με ενοχές, θυμό και απώλεια της χαράς. Παρ’ όλα αυτά, μέσα από επιμονή και με τη βοήθεια λίγων ουσιαστικών ανθρώπων, καταφέρνει να σταθεί ξανά όρθια και να συμφιλιωθεί με τον εαυτό της.
— Η στέρηση της εκπαίδευσης αποτελεί κομβικό σημείο στην ιστορία. Πόσο επηρεάζει αυτό τη διαδρομή ενός ανθρώπου;
Η εκπαίδευση δεν είναι μόνο γνώση· είναι πρόσβαση σε επιλογές, αυτοπεποίθηση και δυνατότητα έκφρασης. Όταν μια γυναίκα στερείται αυτό το δικαίωμα, περιορίζονται και οι προοπτικές της ζωής της. Στο παρελθόν, ιδιαίτερα τη δεκαετία του ’60, αυτό ήταν συχνό φαινόμενο. Σήμερα οι συνθήκες έχουν αλλάξει, αλλά οι ανισότητες δεν έχουν εξαφανιστεί. Για την ηρωίδα, αυτή η στέρηση γίνεται ταυτόχρονα πληγή αλλά και εσωτερικό κίνητρο για αναζήτηση και εξέλιξη.
— Οι αποφάσεις για τη ζωή της ηρωίδας λαμβάνονται από άλλους. Τι θέλατε να αναδείξετε μέσα από αυτό;
Ήθελα να φωτίσω μια εποχή όπου η προσωπική βούληση, ειδικά των γυναικών, είχε ελάχιστο χώρο. Οι γονείς συχνά αποφάσιζαν με βάση αυτό που θεωρούσαν «σωστό», όχι από κακία, αλλά από φόβο ή κοινωνικές νόρμες. Μέσα από αυτή την πραγματικότητα, αναδεικνύεται ένα διαχρονικό ερώτημα: πόσο πραγματικά επιτρέπουμε στα παιδιά να επιλέγουν τη ζωή τους;
— Ο κακοποιητικός γάμος είναι κεντρικός άξονας. Πώς προσεγγίσατε ένα τόσο ευαίσθητο θέμα;
Ήταν μια δύσκολη ισορροπία. Δεν ήθελα να ωραιοποιήσω τη βία, αλλά ούτε να την παρουσιάσω με τρόπο που να σοκάρει χωρίς λόγο. Εστίασα κυρίως στις ψυχικές συνέπειες: στον φόβο, στη σιωπή, στη διάλυση της αυτοεκτίμησης. Η βία δεν είναι μόνο οι ακραίες στιγμές, αλλά και η καθημερινή φθορά. Αυτό προσπάθησα να αποδώσω με αλήθεια και σεβασμό.
— Παρά τις δυσκολίες, η ηρωίδα αντέχει. Από πού αντλεί αυτή τη δύναμη;
Από κάτι πολύ ανθρώπινο: την ανάγκη για επιβίωση και αξιοπρέπεια. Τη βρίσκει στις μικρές ελπίδες, στην αγάπη για τα παιδιά της, αλλά και στη στιγμή που αποφασίζει να δείξει καλοσύνη στον εαυτό της. Η δύναμή της δεν είναι θορυβώδης· είναι σιωπηλή και επίμονη.
— Πιστεύετε ότι η κοινωνία εξακολουθεί να σιωπά απέναντι σε τέτοιες ιστορίες;
Ναι, συχνά η σιωπή παραμένει — από φόβο, αμηχανία ή αδιαφορία. Όμως αυτή η σιωπή γίνεται συνένοχη. Το βιβλίο επιχειρεί να δώσει φωνή σε όσα μένουν κρυφά και να υπενθυμίσει ότι καμία γυναίκα δεν είναι μόνη.
— Η «δεύτερη ευκαιρία» της ηρωίδας τι σηματοδοτεί;
Δεν είναι διαγραφή του παρελθόντος, αλλά συμφιλίωση με αυτό. Τα τραύματα παραμένουν, αλλά δεν την ορίζουν πια. Είναι μια νέα αρχή που βασίζεται στη γνώση του πόνου και στη δύναμη που γεννήθηκε μέσα από αυτόν.
— Μπορεί κανείς να ξεφύγει πλήρως από τα τραύματα της κακοποίησης;
Ίσως όχι ολοκληρωτικά. Όμως μπορεί να μάθει να ζει μαζί τους χωρίς να καθορίζεται από αυτά. Η θεραπεία είναι συμφιλίωση, όχι διαγραφή. Κάποια στιγμή οι πληγές παύουν να αιμορραγούν και τότε ο άνθρωπος παίρνει ξανά τον έλεγχο της ζωής του.
— Υπάρχουν στοιχεία από πραγματικές ιστορίες στο βιβλίο;
Ναι, η ηρωίδα είναι σύνθεση εμπειριών και αφηγήσεων γυναικών που μου εμπιστεύτηκαν τις ιστορίες τους, αλλά και ενός πολύ οικείου προσώπου. Μέσα της συνυπάρχουν ο πόνος και η δύναμη όλων αυτών των γυναικών.
— Πόσο σημαντική είναι η εποχή στην οποία εκτυλίσσεται η ιστορία;
Η δεκαετία του ’60 ήταν μια περίοδος περιορισμών και σιωπής. Σήμερα υπάρχουν περισσότερες δυνατότητες και φωνές, αλλά ορισμένα μοτίβα επιμένουν. Η διαφορά είναι ότι πλέον η σιωπή δεν είναι μονόδρομος.
— Τι θα θέλατε να νιώσει ο αναγνώστης κλείνοντας το βιβλίο;
Ελπίδα. Παρά τον πόνο και τις δυσκολίες, να μείνει η αίσθηση ότι υπάρχει φως και δυνατότητα επανεκκίνησης.
— Αν η ηρωίδα μιλούσε στις νεότερες γυναίκες, τι θα τους έλεγε;
Να μη φοβούνται τη φωνή τους, να μη συμβιβάζονται με την αδικία και να πιστεύουν ότι αξίζουν μια καλύτερη ζωή. Ότι οι πληγές δεν τις ορίζουν.
— Πώς σας επηρέασε προσωπικά η συγγραφή αυτού του βιβλίου;
Ήταν μια βαθιά εσωτερική διαδικασία. Με έκανε να κατανοήσω περισσότερο τον ανθρώπινο πόνο, αλλά και τη δύναμη που μπορεί να γεννηθεί μέσα από αυτόν.
— Σε ποιο κοινό απευθύνεται το βιβλίο;
Κυρίως σε γυναίκες, αλλά και σε κάθε άνθρωπο που θέλει να κατανοήσει την αντοχή και την ανθρώπινη δύναμη. Θα ήθελα να αφήσει ένα αίσθημα ενδυνάμωσης.
