Φορο-υποχρεώσεις 2026: Ο λογαριασμός της ανισότητας
Η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στις πρώτες θέσεις των χωρών με την υψηλότερη έμμεση φορολογία, γεγονός που δεν αποτελεί στατιστική λεπτομέρεια αλλά πολιτική επιλογή. Ο ΦΠΑ και οι Ειδικοί Φόροι Κατανάλωσης σε καύσιμα, τρόφιμα, καπνό και αλκοόλ λειτουργούν ως ένας μόνιμος μηχανισμός αναδιανομής από τα χαμηλά και μεσαία στρώματα προς το κράτος, επιβαρύνοντας δυσανάλογα όσους δεν έχουν περιθώρια.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στις πρώτες θέσεις των χωρών με την υψηλότερη έμμεση φορολογία, γεγονός που δεν αποτελεί στατιστική λεπτομέρεια αλλά πολιτική επιλογή. Ο ΦΠΑ και οι Ειδικοί Φόροι Κατανάλωσης σε καύσιμα, τρόφιμα, καπνό και αλκοόλ λειτουργούν ως ένας μόνιμος μηχανισμός αναδιανομής από τα χαμηλά και μεσαία στρώματα προς το κράτος, επιβαρύνοντας δυσανάλογα όσους δεν έχουν περιθώρια.
Ποιοι πληρώνουν, ποιοι ελαφρύνονται και ποιοι απλώς αντέχουν
Το 2026 δεν έρχεται ως έτος φορολογικής ανάσας, αλλά ως ακόμη ένας κρίκος σε μια αλυσίδα διαρκούς επιβάρυνσης για τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία. Σε μια περίοδο όπου η ακρίβεια έχει παγιωθεί ως κανονικότητα και τα εισοδήματα εξαντλούνται πριν καν φτάσουν στο τέλος του μήνα, οι φορολογούμενοι καλούνται ,για ακόμη μία χρονιά, να καταβάλουν τον «οβολό» τους στο κράτος. Όχι απλώς σταθερά, αλλά αυξημένα.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στις πρώτες θέσεις των χωρών με την υψηλότερη έμμεση φορολογία, γεγονός που δεν αποτελεί στατιστική λεπτομέρεια αλλά πολιτική επιλογή. Ο ΦΠΑ και οι Ειδικοί Φόροι Κατανάλωσης σε καύσιμα, τρόφιμα, καπνό και αλκοόλ λειτουργούν ως ένας μόνιμος μηχανισμός αναδιανομής από τα χαμηλά και μεσαία στρώματα προς το κράτος, επιβαρύνοντας δυσανάλογα όσους δεν έχουν περιθώρια.
Η νέα φορολογική κλίμακα και η αριθμητική της αδικίας
Παρά τη ρητορική περί «φοροελαφρύνσεων», η νέα φορολογική κλίμακα αποτυπώνει καθαρά τη στόχευση της κυβερνητικής πολιτικής. Οι μικρές ελαφρύνσεις στα χαμηλότερα εισοδήματα λειτουργούν περισσότερο ως επικοινωνιακό άλλοθι, την ώρα που τα υψηλότερα εισοδήματα απολαμβάνουν πολλαπλάσια οφέλη.
Ένας φορολογούμενος με εισόδημα 15.000–16.000 ευρώ χωρίς παιδιά θα δει μια ελάφρυνση περίπου 120 ευρώ ετησίως. Την ίδια στιγμή, κάποιος με εισόδημα 45.000–46.000 ευρώ θα έχει όφελος που αγγίζει τα 900 ευρώ. Η αναλογία της ελάφρυνσης φτάνει το 1 προς 7,5, όταν η πραγματική διαφορά μισθών δεν ξεπερνά το 1 προς 3.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η εικόνα για τις οικογένειες. Νοικοκυριά με εισόδημα 10.000–11.000 ευρώ και δύο ή περισσότερα παιδιά δεν λαμβάνουν καμία απολύτως ελάφρυνση. Αντίθετα, οικογένειες με εισόδημα άνω των 50.000 ευρώ και παιδιά βλέπουν μειώσεις φόρου που φτάνουν ή και ξεπερνούν τις 4.000 ευρώ. Πρόκειται για μια πολιτική που δεν περιορίζεται στην αδιαφορία για τα χαμηλά εισοδήματα, αλλά εδραιώνει θεσμικά την ανισότητα.
Φόρος εισοδήματος: τα βάρη παραμένουν, τα έσοδα αυξάνονται
Τα συνολικά έσοδα από τον φόρο εισοδήματος το 2026 αναμένεται να φτάσουν τα 26,7 δισ. ευρώ, αυξημένα σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Παρά τη μικρή μείωση στον φόρο φυσικών προσώπων, λόγω της αναμόρφωσης της κλίμακας, το κράτος αναπληρώνει τις απώλειες από αλλού: από την αύξηση των έμμεσων φόρων και από την άνοδο των κερδών των επιχειρήσεων.
Ο φόρος εισοδήματος νομικών προσώπων αυξάνεται αισθητά, επιβεβαιώνοντας ότι το κράτος προσδοκά περισσότερα έσοδα από μια οικονομία που «αναπτύσσεται» στα χαρτιά, ενώ η καθημερινότητα των πολιτών παραμένει ασφυκτική.
Φόροι κάθε μήνα , ένας διαρκής μαραθώνιος
Το 2026 οι φορολογούμενοι θα καταβάλλουν κατά μέσο όρο πάνω από 6 δισ. ευρώ τον μήνα. Το δεύτερο εξάμηνο του έτους αποδεικνύεται ακόμη πιο βαρύ, με τον Ιούλιο να αναδεικνύεται στον πιο δύσκολο μήνα, καθώς συμπίπτουν αυξημένες υποχρεώσεις και η πρώτη δόση του φόρου εισοδήματος.
Ο Μάρτιος εμφανίζεται ως ο λιγότερο πιεστικός μήνας, χωρίς αυτό να σημαίνει πραγματική ανακούφιση. Σε ένα περιβάλλον συνεχών πληρωμών, η έννοια του «ελαφρού μήνα» χάνει το νόημά της.
ΦΠΑ και ΕΝΦΙΑ: η σταθερή συνταγή
Ο ΦΠΑ παραμένει ο μεγάλος αιμοδότης των κρατικών εσόδων, ξεπερνώντας τα 29 δισ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας ότι η κατανάλωση και άρα η καθημερινή ανάγκη ,φορολογείται αδιάκριτα. Οι όποιες μικρές παρεμβάσεις στον ΕΝΦΙΑ, κυρίως σε χωριά και μικρά νησιά, έχουν περιορισμένη εμβέλεια και δεν αλλάζουν τη συνολική εικόνα της φορολογικής πίεσης.
Στη φορολόγηση των ενοικίων, η κατεύθυνση είναι σαφής: οι μεγαλύτερες ελαφρύνσεις κατευθύνονται σε όσους διαθέτουν περισσότερα ακίνητα και υψηλότερα εισοδήματα, αφήνοντας εκτός ουσιαστικής προστασίας τους μικρούς ιδιοκτήτες και τους ενοικιαστές που πλήττονται από ανεξέλεγκτες αυξήσεις.
Το 2026 δεν φέρνει μια πιο δίκαιη φορολογία. Φέρνει τη συνέχιση ενός μοντέλου που βασίζεται στην έμμεση φορολόγηση, στη μετακύλιση του κόστους στους πολλούς και στη γενναιόδωρη μεταχείριση των λίγων.
Ο λογαριασμός είναι γνωστός.
Αυτό που αλλάζει κάθε χρόνο είναι απλώς το πόσο πιο βαριά πέφτει στους ίδιους ώμους.
