Τ' ΑΠΑΡΑΤΗΡΗΤΑ

«Φτάνει πια με τους υποκριτές»… αλλά ποιος το λέει;

Η αλήθεια είναι απλή, όσο κι αν αποφεύγεται: δεν τελειώσαμε με τους υποκριτές, γιατί ποτέ δεν τους αντιμετωπίσαμε πραγματικά. Τους ανεχτήκαμε, τους δικαιολογήσαμε, τους ενσωματώσαμε στην κανονικότητα. Όμως υπάρχει ένα σημείο καμπής. Όταν η υποκρισία δεν είναι πια απλώς ένα ελάττωμα του συστήματος αλλά η επίσημη γραμμή του, τότε μετατρέπεται σε απειλή για την ίδια τη δημοκρατική λειτουργία.

Η αλήθεια είναι απλή, όσο κι αν αποφεύγεται: δεν τελειώσαμε με τους υποκριτές, γιατί ποτέ δεν τους αντιμετωπίσαμε πραγματικά. Τους ανεχτήκαμε, τους δικαιολογήσαμε, τους ενσωματώσαμε στην κανονικότητα. Όμως υπάρχει ένα σημείο καμπής. Όταν η υποκρισία δεν είναι πια απλώς ένα ελάττωμα του συστήματος αλλά η επίσημη γραμμή του, τότε μετατρέπεται σε απειλή για την ίδια τη δημοκρατική λειτουργία.

Η πολιτική έχει μια παράξενη ιδιότητα: συχνά αυτοαποκαλύπτεται χωρίς να το καταλαβαίνει. Η φράση του Κυριάκου  Μητσοτάκη  «φτάνει πια με τους υποκριτές» δεν λειτούργησε ως αιχμή απέναντι στους άλλους· λειτούργησε ως καθρέφτης για τον ίδιο και για ένα ολόκληρο σύστημα εξουσίας που εδώ και χρόνια κινείται πάνω σε μια επικίνδυνη ισορροπία μεταξύ κυνισμού και αυτοδικαίωσης. Διότι δεν είναι απλώς μια σκληρή φράση· είναι η συμπύκνωση μιας πολιτικής αντίφασης που δεν μπορεί πλέον να κρυφτεί.

Από τη μια, ο πολιτικός που κάποτε εμφανιζόταν ως φορέας ενός «εκσυγχρονιστικού» λόγου, που ήθελε να διαφοροποιηθεί από τις παθογένειες του παρελθόντος. Από την άλλη, ο πρωθυπουργός που σήμερα δηλώνει ευθέως ότι όποιος ισχυρίζεται πως δεν έχει κάνει εξυπηρετήσεις είναι ψεύτης. Δεν πρόκειται για ειλικρίνεια, όπως κάποιοι θα σπεύσουν να πουν. Είναι η πλήρης κανονικοποίηση του πελατειακού κράτους. Είναι η στιγμή που η πολιτική δεν προσπαθεί καν να προσποιηθεί ότι αλλάζει· απλώς παραδέχεται ότι δεν θέλει να αλλάξει.

Και όλα αυτά συμβαίνουν ενώ το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ εξελίσσεται σε μια βραδυφλεγή βόμβα στα θεμέλια της κυβέρνησης. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν λειτουργεί με όρους επικοινωνίας ούτε με πολιτικά αντανακλαστικά. Λειτουργεί με στοιχεία, δικογραφίες και διαδικασίες που έχουν το δικό τους χρόνο  και αυτός ο χρόνος δείχνει να οδηγεί προς ένα φθινόπωρο με πολιτικά βαριά χαρακτηριστικά. Η τοποθέτηση του Γιώργου Φλωρίδη  ότι δεν υπάρχει καν η δυνατότητα παρέμβασης είναι ίσως η πιο καθαρή υπενθύμιση ότι, όσο κι αν η πολιτική θέλει να ελέγχει τα πάντα, υπάρχουν στιγμές που βρίσκεται απλώς αντιμέτωπη με τις συνέπειες των πράξεών της.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο ανασχηματισμός δεν μοιάζει με κίνηση στρατηγικής, αλλά με κίνηση ανάγκης. Μετακινήσεις προσώπων, ανακύκλωση ρόλων και επιλογές που περισσότερο θυμίζουν διαχείριση φθοράς παρά επανεκκίνηση. Η περίπτωση του Μαργαρίτης Σχοινάς αποτυπώνει αυτή την εικόνα με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο: μια πορεία από τα υψηλότερα επίπεδα της ευρωπαϊκής διοίκησης σε έναν ρόλο που δύσκολα μπορεί να εκληφθεί ως αναβάθμιση. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο Παύλος Μαρινάκης εμφανίζεται να κρατά αποστάσεις από τις ίδιες τις εξαγγελίες της κυβέρνησης, δίνοντας την εντύπωση ότι ακόμη και στο εσωτερικό της εξουσίας η βεβαιότητα έχει δώσει τη θέση της στην αμηχανία.

Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι μόνο πολιτικό. Είναι βαθιά θεσμικό και, τελικά, κοινωνικό. Όταν το ρουσφέτι παρουσιάζεται ως «αλήθεια» της πολιτικής ζωής, όταν η υποκρισία μετατρέπεται σε αποδεκτό εργαλείο και όταν η διαχείριση της κρίσης αντικαθιστά τη λύση της, τότε το σύστημα δεν διορθώνεται ,φθείρεται. Και αυτή η φθορά δεν περιορίζεται στους διαδρόμους της εξουσίας. Διαχέεται στην κοινωνία, ενισχύει την απαξίωση και τροφοδοτεί την απομάκρυνση των πολιτών από τη δημόσια ζωή.

Η αλήθεια είναι απλή, όσο κι αν αποφεύγεται: δεν τελειώσαμε με τους υποκριτές, γιατί ποτέ δεν τους αντιμετωπίσαμε πραγματικά. Τους ανεχτήκαμε, τους δικαιολογήσαμε, τους ενσωματώσαμε στην κανονικότητα. Όμως υπάρχει ένα σημείο καμπής. Όταν η υποκρισία δεν είναι πια απλώς ένα ελάττωμα του συστήματος αλλά η επίσημη γραμμή του, τότε μετατρέπεται σε απειλή για την ίδια τη δημοκρατική λειτουργία.

Και εκεί δεν υπάρχουν πια περιθώρια για επικοινωνιακές φράσεις ή πολιτικούς ελιγμούς. Υπάρχει μόνο η πραγματικότητα. Και αυτή, αργά ή γρήγορα, ζητά τον λογαριασμό.

Π.Τ