ΑΘΛΗΤΙΚΑ

«Γεια σου, Κωφίδη»: Μια διαδρομή ζωής από το Καζακστάν στα γήπεδα του Πανσερραϊκού

Ένα απλό στιγμιότυπο στην καρδιά της πόλης έγινε αφορμή για να ξεδιπλωθεί μια ολόκληρη ποδοσφαιρική και ανθρώπινη διαδρομή. Ο παλαίμαχος ποδοσφαιριστής Σάββας Κωφίδης διέσχισε την οδό Υψηλάντη, έξω από τα γραφεία του «Παρατηρητή», κατευθυνόμενος προς τη Ραιδεστό, με προορισμό το γήπεδο των Σερρών.

Ένα απλό στιγμιότυπο στην καρδιά της πόλης έγινε αφορμή για να ξεδιπλωθεί μια ολόκληρη ποδοσφαιρική και ανθρώπινη διαδρομή. Ο παλαίμαχος ποδοσφαιριστής Σάββας Κωφίδης διέσχισε την οδό Υψηλάντη, έξω από τα γραφεία του «Παρατηρητή», κατευθυνόμενος προς τη Ραιδεστό, με προορισμό το γήπεδο των Σερρών.

Λίγο πριν στρίψει στη γωνία, έξω από ένα καφενείο, κάποιοι θαμώνες τον αναγνωρίζουν. Η φωνή τους δεν κρύβει τόσο οικειότητα όσο την ανάγκη να ακουστεί ξανά ένα όνομα γνώριμο, σχεδόν ιστορικό για το ελληνικό ποδόσφαιρο: «Γεια σου, Κωφίδη!». Εκείνος ανταποδίδει με ένα χαμόγελο  λιτό, διακριτικό  και συνεχίζει τον δρόμο του.
Ο προορισμός του δεν είναι τυχαίος. Ο Κωφίδης έχει αναλάβει ρόλο στις ακαδημίες του Πανσερραϊκού, επενδύοντας πλέον στο μέλλον του αθλήματος, μεταδίδοντας εμπειρίες και αξίες σε νεότερες γενιές. Μια διαδρομή που γράφτηκε με δυσκολίες και επιμονή πίσω από αυτή τη σύντομη σκηνή, κρύβεται μια πορεία που ξεκινά πολύ μακριά. Η ζωή του άρχισε στο Καζακστάν, από όπου διατηρεί ελάχιστες μνήμες  κυρίως τη μεγάλη φυγή με καράβι προς τον Πειραιά. Από εκεί, η οικογένεια εγκαθίσταται στη Θεσσαλονίκη, κοντά στο Καυτανζόγλειο Στάδιο. Σε εκείνη τη γειτονιά, δίπλα στα γήπεδα και στους ανθρώπους του ποδοσφαίρου, διαμορφώθηκε το πεπρωμένο του.
Η πορεία του στο ελληνικό ποδόσφαιρο τον καθιέρωσε ως έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς μέσους της γενιάς του, με έντονη παρουσία, αγωνιστικότητα και ποδοσφαιρική ευφυΐα. Μετέπειτα, ως προπονητής, συνέχισε να υπηρετεί το άθλημα με το ίδιο πάθος. Η συγκυρία ενός αφιερώματος Συμπτωματικά, αυτές τις μέρες ανεβαίνει και το podcast του μήνα του Άρης Δημοκίδης, αφιερωμένο στη ζωή και την πορεία του Κωφίδη. Ένα αφιέρωμα που φωτίζει πτυχές της προσωπικής και επαγγελματικής του διαδρομής, δίνοντας φωνή σε μνήμες και εμπειρίες που σημάδεψαν μια ολόκληρη εποχή.
 Η πρώτη ομάδα στην οποία εντάχθηκε ήταν ο Ηρακλής. Ξεχώρισε για τις ικανότητες και την ωριμότητά του μέσα στο γήπεδο. Μετά πήρε μεταγραφή στον Ολυμπιακό, επιβεβαιώνοντας το ταλέντο του. Διακρίθηκε σε ένα πιο απαιτητικό περιβάλλον, όπου η πίεση είναι καθημερινότητα, ως προσωπικότητα όμως δεν άλλαξε. Παρέμεινε σταθερός, αξιόπιστος, ουσιαστικός, με ήθος και διακριτικότητα. Στη συνέχεια, αγωνίστηκε στον Ολυμπιακό ,στον Άρη Θεσσαλονίκης και μετά επέστρεψε στον Ηρακλή, όπου ολοκλήρωσε την εικόνα ενός ποδοσφαιριστή που δεν φοβάται τις προκλήσεις , επέλεγε διαδρομές στις οποίες η προσαρμογή απαιτούσε ψυχική αντοχή.
Σε κάθε περίπτωση όμως, εκείνος ο Ηρακλής της πρώτης θητείας του Κωφίδη ήταν μάλλον ότι καλύτερο έχουμε δει  από τον ποδοσφαιρικό Ηρακλή.
 Με την Εθνική Ελλάδας έζησε στο Μουντιάλ του 1994 τη μετάβαση του ελληνικού ποδοσφαίρου από την αφάνεια στη διεθνή παρουσία. Όμως δεν επιδίωξε δημόσια έκθεση, δεν εντάχθηκε σε ισχυρά «ποδοσφαιρικά μπλοκ» και δεν λειτούργησε με όρους εντυπωσιασμού, δεν εκμεταλλεύτηκε ποτέ επικοινωνιακά την καταγωγή του. Με τη λήξη της επαγγελματικής του καριέρας στο ποδόσφαιρο εργάστηκε ως προπονητής.
Αυτή τη στιγμή είναι τεχνικός συντονιστής του προγράμματος ανάπτυξης νέων ποδοσφαιριστών του Πανσερραϊκού.
Τον έχουν πει «αναρχικό, φιλόσοφο, χεβιμεταλά του ποδοσφαίρου» . Ο ίδιος έχει πολιτική αντίληψη για τα κοινωνικά δρώμενα. Σ' αυτόν ανήκει η άποψη: "Αν μου αποδείξεις ότι κόβοντας μαλλιά, ή φορώντας γραβάτα, κοστούμι θα γίνω καλύτερος άνθρωπος, τότε θα τα αλλάξω όλα.Αυτή η Γη δεν είναι ιδιοκτησία κανενός, έχω το δικαίωμα να πάω σε οποιοδήποτε μέρος θέλω και να ζήσω, γιατί αναγκάζομαι να φύγω από τον τόπο μου όπως έφυγαν οι Έλληνες και συνεχίζουν να το κάνουν. Για μένα πατρίδα δεν είναι το μέρος καταγωγής μου, αλλά είναι όλη η Γη".
Ένας ζωντανός θρύλος της καθημερινότητας .Η εικόνα του να περπατά απλά σε έναν δρόμο της πόλης, να χαιρετά και να συνεχίζει, συνοψίζει ίσως καλύτερα από κάθε τίτλο τη διαδρομή του: ένας άνθρωπος που πέρασε από τα μεγάλα γήπεδα στην ήσυχη προσφορά, παραμένοντας όμως αναγνωρίσιμος όχι μόνο για όσα έκανε, αλλά για όσα συνεχίζει να δίνει. Και κάπως έτσι, μέσα από ένα αυθόρμητο «Γεια σου, Κωφίδη», ξαναζωντανεύει μια ολόκληρη εποχή.
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ