Η άγνωστη βυζαντινή και παλαιοχριστιανική Αμφίπολη – Ένα σπουδαίο θρησκευτικό κέντρο που μένει στη σκιά της ιστορίας
Ρεπορτάζ-Επίσκεψη στο Μουσείο: Οι ανασκαφές, με σημαντική τη συμβολή του αρχαιολόγου Χαράλαμπος Μπακιρτζής, έφεραν στο φως εντυπωσιακά ευρήματα
Ρεπορτάζ-Επίσκεψη στο Μουσείο: Οι ανασκαφές, με σημαντική τη συμβολή του αρχαιολόγου Χαράλαμπος Μπακιρτζής, έφεραν στο φως εντυπωσιακά ευρήματα
Όταν γίνεται λόγος για την Αμφίπολη, το μυαλό των περισσότερων πηγαίνει αυτόματα στην κλασική αρχαιότητα και στα μακεδονικά ευρήματα που κατά καιρούς έχουν απασχολήσει τη διεθνή επικαιρότητα. Ωστόσο, ελάχιστα γνωστός παραμένει ο βυζαντινός και κυρίως ο παλαιοχριστιανικός χαρακτήρας της πόλης, ο οποίος υπήρξε καθοριστικός για την ιστορική της πορεία κατά τους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού.
Η παλαιοχριστιανική Αμφίπολη (5ος–6ος αι. μ.Χ.) αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα θρησκευτικά κέντρα της ύστερης αρχαιότητας στην ανατολική Μακεδονία. Η ανάπτυξή της εντοπίζεται στην ακρόπολη της αρχαίας πόλης, στο μεσαίο τμήμα της, πάνω σε χαμηλό λόφο, προστατευμένη από δικό της οχυρωματικό περίβολο. Ο εντυπωσιακός αυτός περίβολος, μήκους 1.105 μέτρων, μαζί με το υδραγωγείο και τα μνημειακά κτίσματα, μαρτυρούν μια οργανωμένη και ακμάζουσα εκκλησιαστική έδρα.
Στην καρδιά του συγκροτήματος δεσπόζουν τέσσερις μεγάλες παλαιοχριστιανικές βασιλικές (Α, Β, Γ και Δ), που χρονολογούνται κυρίως στον 5ο και 6ο αιώνα μ.Χ. Οι ανασκαφές, με σημαντική τη συμβολή του αρχαιολόγου Χαράλαμπος Μπακιρτζής, έφεραν στο φως εντυπωσιακά ευρήματα: μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη, περίτεχνα κιονόκρανα και ψηφιδωτά δάπεδα εξαιρετικής τέχνης, που αποκαλύπτουν τον πλούτο και τη σημασία της πόλης ως επισκοπικής έδρας.
Παρά τη σπουδαιότητά της, η παλαιοχριστιανική αυτή φάση της Αμφίπολης δεν είναι ευρέως γνωστή στο κοινό. Η εικόνα της πόλης ως θρησκευτικού και διοικητικού κέντρου της περιοχής κατά τη βυζαντινή περίοδο παραμένει σε μεγάλο βαθμό επισκιασμένη από άλλες ιστορικές περιόδους.
Η παρακμή έρχεται μετά τα τέλη του 7ου αιώνα, όταν η πόλη συρρικνώνεται, σε συμφωνία με τη γενικότερη κρίση που διέρχεται η Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Οι επιδρομές, οι διοικητικές ανακατατάξεις και οι κοινωνικές μεταβολές οδηγούν σε σταδιακή εγκατάλειψη μεγάλου μέρους του αστικού ιστού.
Οι επιγραφές του Σταυροφόρου
Ωστόσο, η περιοχή δεν χάνει πλήρως τον θρησκευτικό της χαρακτήρα. Πολλές επιγραφές του Σταυροφόρου αναφέρουν ότι το μοναστήρι, το οποίο χρονολογείται ήδη από το 1013 μ.Χ., αποτέλεσε επίκεντρο της περιοχής. Στα μέσα του 14ου αιώνα η Μοναστηριακή Εκκλησία απέκτησε σημαντικές τοιχογραφίες και διακοσμήσεις, ενώ βυζαντινοί άρχοντες και υψηλά ιστάμενα πρόσωπα της εποχής ενίσχυσαν οικονομικά και πολιτικά το μοναστήρι.
Κατά την ίδια περίοδο ανακαινίστηκαν ο πύργος και η «Πύλη της Μονής», στοιχείο που αποδεικνύει τη συνεχιζόμενη στρατηγική και θρησκευτική σημασία του χώρου. Η νέα σύνθεση της Χρυσοπηγής και του Μεγάλου Ναού τοποθετείται γύρω στο 1380, ενώ στις αρχές του 15ου αιώνα η περιοχή εξακολουθεί να παρουσιάζει οργανωμένη μοναστηριακή ζωή. Στα τέλη του 14ου αιώνα εμφανίζεται και το Νεοχώρι, σηματοδοτώντας μια νέα φάση εγκατάστασης και τοπικής ανασυγκρότησης.
Σήμερα, η παλαιοχριστιανική Αμφίπολη αναγνωρίζεται από τους ειδικούς ως ένας από τους σημαντικότερους αρχαιολογικούς χώρους της Μακεδονίας για την περίοδο της ύστερης αρχαιότητας. Παρ’ όλα αυτά, ο βυζαντινός και παλαιοχριστιανικός της χαρακτήρας παραμένει σε μεγάλο βαθμό άγνωστος στο ευρύ κοινό, περιμένοντας τη θέση που του αξίζει στη συλλογική ιστορική μνήμη.
Διαμάντω Φραγγεδάκη
