ΣΗΜΕΙΑ ΑΙΧΜΗΣ

Η αξία της ζωής δεν έχει διαβατήριο κ . Καρυστιανού

Η δημόσια συζήτηση που πυροδότησαν οι δηλώσεις της Καρυστιανού δεν περιορίζεται σε μια ακόμη πολιτική αντιπαράθεση. Αγγίζει ένα βαθύτερο και πιο ευαίσθητο πεδίο: το αξιακό υπόβαθρο πάνω στο οποίο οικοδομείται μια κοινωνία. Γιατί όταν ο δημόσιος λόγος αρχίζει ,έστω και υπαινικτικά ,να θέτει όρους και προϋποθέσεις στην αξία της ανθρώπινης ζωής, τότε το ζήτημα παύει να είναι πολιτικό και μετατρέπεται σε βαθιά ηθικό.

Η δημόσια συζήτηση που πυροδότησαν οι δηλώσεις της Καρυστιανού δεν περιορίζεται σε μια ακόμη πολιτική αντιπαράθεση. Αγγίζει ένα βαθύτερο και πιο ευαίσθητο πεδίο: το αξιακό υπόβαθρο πάνω στο οποίο οικοδομείται μια κοινωνία. Γιατί όταν ο δημόσιος λόγος αρχίζει ,έστω και υπαινικτικά ,να θέτει όρους και προϋποθέσεις στην αξία της ανθρώπινης ζωής, τότε το ζήτημα παύει να είναι πολιτικό και μετατρέπεται σε βαθιά ηθικό.

Οι αντιδράσεις που προκλήθηκαν συνδέονται με την τοποθέτησή της γύρω από το μεταναστευτικό και την αναφορά σε «παράνομες εισβολές». Μέσα από αυτή τη συζήτηση, αναδύεται ένα ερώτημα που ξεπερνά τις πολιτικές τοποθετήσεις και αγγίζει την ίδια τη συνείδηση της κοινωνίας:

Είναι αυτά τα παιδιά παράνομοι εισβολείς; Και, ακόμη κι αν κάποιος τα χαρακτηρίσει έτσι, μπορεί αυτό να μειώσει την αξία της ζωής τους σε σύγκριση με οποιοδήποτε άλλο παιδί;

Το ερώτημα αυτό δεν αποτελεί ρητορική υπερβολή. Είναι ένας καθρέφτης μέσα στον οποίο καλείται να αντικρίσει τον εαυτό της μια κοινωνία που θέλει να αυτοπροσδιορίζεται ως δημοκρατική και ανθρωποκεντρική. Ένα παιδί που κινδυνεύει στη θάλασσα, ένα παιδί που γεννιέται μέσα στη φτώχεια, στον πόλεμο ή στην προσφυγιά, δεν παύει να είναι παιδί. Δεν αποστερείται το δικαίωμα στη ζωή, στην προστασία και στη φροντίδα επειδή η μοίρα του όρισε να γεννηθεί σε έναν διαφορετικό τόπο.

Η δημόσια συζήτηση γύρω από τις τραγωδίες που σημάδεψαν την ελληνική κοινωνία οφείλει να στηρίζεται σε έναν αδιαπραγμάτευτο πυλώνα: την καθολική αξία της ανθρώπινης ζωής. Ωστόσο, οι πρόσφατες τοποθετήσεις της Καρυστιανού φαίνεται να ανοίγουν έναν επικίνδυνο διάλογο, εισάγοντας ,έστω έμμεσα, μια προβληματική ιεράρχηση της μνήμης και του πένθους.

Διότι τη στιγμή που αφήνεται να εννοηθεί πως κάποιοι νεκροί είναι λιγότερο «δικοί μας» επειδή έχουν διαφορετική εθνικότητα, διαφορετική γλώσσα ή διαφορετική πολιτισμική ταυτότητα, η κοινωνία αρχίζει να διολισθαίνει σε έναν επικίνδυνο ηθικό κατήφορο. Ο θάνατος δεν αναγνωρίζει σύνορα. Δεν αναγνωρίζει διαβατήρια. Και δεν μπορεί να μετατρέπεται σε αντικείμενο ιδεολογικής ή πολιτισμικής ταξινόμησης.

Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η τάση επιλεκτικής προσέγγισης του ανθρώπινου πόνου. Οι γυναίκες που έχασαν κυοφορούμενα παιδιά, οι οικογένειες που βίωσαν την απώλεια ζωών πριν αυτές αποκτήσουν πρόσωπο και φωνή, δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως υποσημείωση σε μια αφήγηση που μοιάζει να μονοπωλεί τη μητρότητα και τη θλίψη. Ο πόνος δεν είναι προνόμιο ούτε μπορεί να οικειοποιείται. Είναι μια πανανθρώπινη εμπειρία που απαιτεί σεβασμό, ανεξάρτητα από πολιτικές, ιδεολογικές ή προσωπικές αφηγήσεις.

Η Ελλάδα κουβαλά στη συλλογική της μνήμη τον ξεριζωμό, τη μετανάστευση, την προσφυγιά. Χιλιάδες Έλληνες υπήρξαν κάποτε «ξένοι» σε άλλες πατρίδες, αναζητώντας ασφάλεια, εργασία και αξιοπρέπεια. Ίσως γι’ αυτό το ερώτημα που τίθεται σήμερα αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάρος.

Οι δημόσιες παρεμβάσεις που καλλιεργούν διαχωρισμούς δεν υπηρετούν τη μνήμη των θυμάτων. Αντίθετα, αποδυναμώνουν το ηθικό φορτίο που συνοδεύει κάθε συλλογική τραγωδία. Η τραγωδία των Τεμπών συγκλόνισε την ελληνική κοινωνία επειδή λειτούργησε ως σημείο ενότητας, γύρω από την απαίτηση για αλήθεια, δικαιοσύνη και θεσμική λογοδοσία. Όποιος επιχειρεί να μετατρέψει αυτή τη μνήμη σε πεδίο ιδεολογικής αντιπαράθεσης, απομακρύνεται από τον πυρήνα της κοινωνικής ευθύνης.

Η πολιτική συζήτηση για τη μετανάστευση μπορεί  και οφείλει να είναι αυστηρή, ρεαλιστική και ειλικρινής. Όμως η αξία της ανθρώπινης ζωής δεν μπορεί να τίθεται υπό διαπραγμάτευση. Δεν καθορίζεται από νομικούς χαρακτηρισμούς, από σύνορα ή από διοικητικές κατηγοριοποιήσεις.

Μια κοινωνία που αρχίζει να διαχωρίζει τα θύματα σε «άξια» και «ανάξια» συμπόνιας, κινδυνεύει να χάσει την ίδια της την ανθρωπιά. Και η στιγμή που αποδέχεται ότι υπάρχουν παιδιά με λιγότερο δικαίωμα στη ζωή είναι η στιγμή που αρχίζει να διαβρώνεται το ίδιο το ηθικό της θεμέλιο.

Τότε το ερώτημα δεν αφορά μόνο τους «άλλους».
Αφορά όλους μας.

Πασχάλης Θ. Τόσιος