ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η απόφαση του Αρείου Πάγου και η πολιτική μνήμη που κάποιοι θέλουν να σβήσουν

Η κοινωνία απέναντι στο τραπεζικό καρτέλ: Η χαμένη παρακαταθήκη του 2010 - Η προστασία της πρώτης κατοικίας ως συνειδητή πολιτική επιλογή της κυβέρνησης Παπανδρέου και η σταδιακή εγκατάλειψή της από όλες τις κυβερνήσεις που ακολούθησαν

Η κοινωνία απέναντι στο τραπεζικό καρτέλ: Η χαμένη παρακαταθήκη του 2010 - Η προστασία της πρώτης κατοικίας ως συνειδητή πολιτική επιλογή της κυβέρνησης Παπανδρέου και η σταδιακή εγκατάλειψή της από όλες τις κυβερνήσεις που ακολούθησαν

Η πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου, που αφορά εκατοντάδες χιλιάδες δανειολήπτες οι οποίοι εντάχθηκαν στον νόμο 3869/2010, δεν αποτελεί απλώς μια δικαστική εξέλιξη. Αποτελεί μια ισχυρή υπενθύμιση ότι οι πολιτικές αποφάσεις δεν κρίνονται μόνο στο παρόν, αλλά αφήνουν βαθύ αποτύπωμα στο κοινωνικό σώμα για δεκαετίες. Και κυρίως, επιβεβαιώνει ότι σε κρίσιμες ιστορικές στιγμές η πολιτική καλείται να επιλέξει πλευρά: την κοινωνία ή τα οργανωμένα οικονομικά συμφέροντα.

Ο νόμος 3869/2010, γνωστός ως «νόμος Κατσέλη», αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες κοινωνικές νομοθετικές παρεμβάσεις της περιόδου της βαθιάς οικονομικής κρίσης. Σε μια εποχή κατά την οποία χιλιάδες ελληνικά νοικοκυριά βρέθηκαν αντιμέτωπα με τον εφιάλτη της απώλειας της πρώτης κατοικίας τους, η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου επέλεξε να δημιουργήσει ένα ουσιαστικό δίχτυ προστασίας για τους ευάλωτους δανειολήπτες. Η επιλογή αυτή δεν ήταν αυτονόητη. Ήταν μια καθαρά πολιτική απόφαση με σαφές κοινωνικό πρόσημο.

Μέσα σε ένα ασφυκτικό δημοσιονομικό περιβάλλον και υπό έντονες διεθνείς πιέσεις, η τότε κυβέρνηση αναγνώρισε ότι η κατοικία δεν αποτελεί απλώς περιουσιακό στοιχείο, αλλά βασικό κοινωνικό αγαθό, συνδεδεμένο με την αξιοπρέπεια, τη σταθερότητα και τη συνοχή της ελληνικής οικογένειας. Η δυνατότητα ρύθμισης οφειλών, το «κούρεμα» χρεών και κυρίως η προστασία της κύριας κατοικίας διαμόρφωσαν ένα θεσμικό πλαίσιο που στόχευε στη διατήρηση της κοινωνικής ισορροπίας μεταξύ δανειστών και δανειοληπτών.

Η σημερινή δικαστική δικαίωση εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών αποδεικνύει ότι εκείνη η νομοθετική παρέμβαση δεν υπήρξε μια προσωρινή διαχείριση της κρίσης, αλλά μια στρατηγική επιλογή με βαθιά κοινωνική στόχευση. Η απόφαση του Αρείου Πάγου επιβεβαιώνει ότι ο πυρήνας του νόμου βασιζόταν σε μια φιλοσοφία κοινωνικής δικαιοσύνης, περιορίζοντας πρακτικές που επιβάρυναν δυσανάλογα τους πολίτες και αναγνωρίζοντας ότι η οικονομική κρίση δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί με όρους τιμωρητικής διαχείρισης των νοικοκυριών.

Ωστόσο, από εκείνο το σημείο και μετά, η πολιτική κατεύθυνση άλλαξε ριζικά. Με την έναρξη της συγκυβέρνησης Σαμαρά – Βενιζέλου ξεκίνησε σταδιακά η αποδυνάμωση των μηχανισμών προστασίας της πρώτης κατοικίας. Η κοινωνική προστασία υποχώρησε μπροστά στην ανάγκη σταθεροποίησης και ανακεφαλαιοποίησης του τραπεζικού συστήματος, ενώ η ρητορική περί «στρατηγικών κακοπληρωτών» χρησιμοποιήθηκε συχνά ως πολιτικό εργαλείο για τη συρρίκνωση των κοινωνικών δικλείδων ασφαλείας.

Η πορεία αυτή συνεχίστηκε και εντάθηκε κατά την περίοδο διακυβέρνησης Τσίπρα. Οι αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο και η εισαγωγή νέων ρυθμίσεων οδήγησαν στην ουσιαστική συρρίκνωση της προστασίας των δανειοληπτών, ενώ παράλληλα άνοιξε ο δρόμος για τη μαζική μεταφορά «κόκκινων» δανείων σε funds και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων. Η διαχείριση του ιδιωτικού χρέους μετατράπηκε σταδιακά σε πεδίο επενδυτικής δραστηριότητας, απομακρυνόμενη από τη λογική της κοινωνικής πολιτικής.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη ολοκλήρωσε αυτή τη μετάβαση, διαμορφώνοντας ένα θεσμικό πλαίσιο που βασίζεται κυρίως σε μηχανισμούς αγοράς. Οι πλειστηριασμοί, οι διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης και η ενίσχυση των servicers διαμόρφωσαν ένα περιβάλλον στο οποίο ο πολίτης βρίσκεται συχνά αντιμέτωπος με ισχυρούς οικονομικούς μηχανισμούς χωρίς επαρκείς κοινωνικές δικλείδες προστασίας.

Το αποτέλεσμα αυτής της διαχρονικής πολιτικής επιλογής ήταν η ενίσχυση ενός ισχυρού τραπεζικού και επενδυτικού συστήματος, το οποίο λειτουργεί συχνά με χαρακτηριστικά καρτέλ, καθορίζοντας τους όρους διαχείρισης του ιδιωτικού χρέους και μεταφέροντας το βάρος της κρίσης στους πολίτες. Χιλιάδες οικογένειες βρέθηκαν εκτεθειμένες σε πιέσεις, ρυθμίσεις που δεν ανταποκρίνονταν στις πραγματικές οικονομικές τους δυνατότητες και σε διαδικασίες που οδηγούσαν ακόμη και στην απώλεια της κατοικίας τους.

Η ιστορία του νόμου 3869/2010 και η σημερινή δικαστική του επιβεβαίωση υπενθυμίζουν ότι η πολιτική δεν είναι ουδέτερη. Είναι πεδίο επιλογών και συγκρούσεων συμφερόντων. Και η επιλογή της κυβέρνησης Παπανδρέου να προστατεύσει την πρώτη κατοικία και τους ευάλωτους δανειολήπτες αποτέλεσε ίσως την τελευταία ολοκληρωμένη νομοθετική παρέμβαση με σαφές κοινωνικό πρόσημο.

Από εκεί και πέρα, είτε με τη συγκυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου είτε με τις κυβερνήσεις Τσίπρα και Μητσοτάκη, η πλειονότητα των νομοθετικών παρεμβάσεων κινήθηκε σε κατεύθυνση εξυπηρέτησης της σταθερότητας και της κερδοφορίας του τραπεζικού συστήματος και των συμφερόντων που το πλαισιώνουν.

Και αυτή η διαδρομή δεν αποτελεί απλώς μια πολιτική αποτίμηση. Αποτελεί ένα κρίσιμο ερώτημα για το ποιο μοντέλο κοινωνίας επιλέγουμε. Μια κοινωνία που προστατεύει τους πολίτες της ή μια κοινωνία που λειτουργεί με αποκλειστικό γνώμονα τις ισορροπίες της αγοράς.

Πασχάλης Θ. Τόσιος