Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία του 2023 –τα οποία δεν έχουν διαφοροποιηθεί ουσιαστικά μέχρι σήμερα– η εικόνα του ελληνικού στόλου είναι αποκαλυπτική:
το 86,1% των επιβατικών αυτοκινήτων είναι βενζινοκίνητα,
το 9,6% πετρελαιοκίνητα,
μόλις το 1,8% υβριδικά,
ενώ τα αμιγώς ηλεκτροκίνητα οχήματα περιορίζονται στο 0,2% του συνόλου.
Πρόκειται για ποσοστά που δεν παραπέμπουν απλώς σε υστέρηση, αλλά σε δομική αποτυχία πολιτικής. Η ηλεκτροκίνηση δεν αφορά μόνο το περιβάλλον ή τις εκπομπές ρύπων. Είναι ζήτημα βιομηχανικής στρατηγικής, επενδύσεων, θέσεων εργασίας και τεχνολογικής αυτονομίας. Και σε αυτό το πεδίο, η κυβερνητική πολιτική αποδεικνύεται κατώτερη των περιστάσεων.
Την ώρα που χώρες όπως η Ουγγαρία και η Τουρκία επενδύουν δυναμικά στην παραγωγή ηλεκτρικών οχημάτων –σε μεγάλο βαθμό μέσω κινεζικών επενδύσεων– οικοδομώντας νέα εργοστάσια, εφοδιαστικές αλυσίδες και τεχνογνωσία, η Ελλάδα παραμένει θεατής. Χωρίς σοβαρό σχέδιο προσέλκυσης παραγωγικών επενδύσεων, χωρίς συνεκτική πολιτική για υποδομές φόρτισης, χωρίς ουσιαστικά κίνητρα που να μετασχηματίζουν την αγορά.
Η κυβέρνηση περιορίστηκε σε αποσπασματικά προγράμματα επιδότησης, που λειτούργησαν περισσότερο ως επικοινωνιακά εργαλεία παρά ως μοχλοί αλλαγής. Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά ανώριμη, με υψηλό κόστος για τον καταναλωτή, ελλιπείς υποδομές και πλήρη απουσία εγχώριας παραγωγικής βάσης.
Σε μια Ευρώπη που επιταχύνει, η Ελλάδα μοιάζει να έχει πατήσει φρένο. Η εμμονή σε ένα μοντέλο κατανάλωσης παρωχημένων τεχνολογιών και η απουσία εθνικής στρατηγικής για την ηλεκτροκίνηση συνιστούν πολιτική επιλογή ,όχι αναπόφευκτη μοίρα. Και αυτή η επιλογή έχει συνέπειες: περιβαλλοντικές, οικονομικές και κοινωνικές.
Η ηλεκτροκίνηση είναι το μέλλον της αυτοκίνησης. Για την Ελλάδα, όμως, με την παρούσα κυβερνητική κατεύθυνση, το μέλλον αυτό φαίνεται να αναβάλλεται επ’ αόριστον. Και κάθε χρόνος καθυστέρησης βαθαίνει ακόμη περισσότερο το χάσμα με την υπόλοιπη Ευρώπη.
