Η Εθνική Τράπεζα, τα μερίσματα και το «πάρε τα λεφτά και τρέχα»
Τα μερίσματα αυτά κατευθύνονται κατά κύριο λόγο σε funds, μεγαλομετόχους και ανώτατα στελέχη, φορολογούμενα με τον προκλητικά χαμηλό συντελεστή του 5%. Την ίδια στιγμή, οι καταθέτες βλέπουν τις αποταμιεύσεις τους να «ροκανίζονται» από τον πληθωρισμό και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν υψηλό κόστος δανεισμού.
Τα μερίσματα αυτά κατευθύνονται κατά κύριο λόγο σε funds, μεγαλομετόχους και ανώτατα στελέχη, φορολογούμενα με τον προκλητικά χαμηλό συντελεστή του 5%. Την ίδια στιγμή, οι καταθέτες βλέπουν τις αποταμιεύσεις τους να «ροκανίζονται» από τον πληθωρισμό και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν υψηλό κόστος δανεισμού.
Τα στοιχεία είναι αμείλικτα και δεν επιδέχονται ωραιοποιήσεις. Η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος έκλεισε το 2025 με καθαρά κέρδη 1,25 δισ. ευρώ μετά φόρων. Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό μέγεθος, το οποίο όμως δεν στηρίχθηκε σε κάποια στρατηγική χρηματοδότησης της πραγματικής οικονομίας ή σε αναπτυξιακή τραπεζική πολιτική, αλλά κυρίως:
-
στα σχεδόν μηδενικά επιτόκια καταθέσεων,
-
στην τεράστια επιτοκιακή διαφορά εις βάρος δανειοληπτών και αποταμιευτών,
-
σε πρακτικές που δύσκολα μπορούν να χαρακτηριστούν κοινωνικά ουδέτερες.
Το πιο αποκαλυπτικό, ωστόσο, δεν είναι το ύψος των κερδών, αλλά η διαχείρισή τους. Από το συνολικό ποσό, μόλις 100 εκατ. ευρώ παρέμειναν στην τράπεζα, ενώ 1,16 δισ. ευρώ μετατράπηκαν σε μερίσματα. Μια επιλογή που δεν συνάδει ούτε με στοιχειώδη τραπεζική σύνεση, ούτε με την ανάγκη ενίσχυσης της πιστωτικής ικανότητας σε μια οικονομία που διψά για ρευστότητα.
Τα μερίσματα αυτά κατευθύνονται κατά κύριο λόγο σε funds, μεγαλομετόχους και ανώτατα στελέχη, φορολογούμενα με τον προκλητικά χαμηλό συντελεστή του 5%. Την ίδια στιγμή, οι καταθέτες βλέπουν τις αποταμιεύσεις τους να «ροκανίζονται» από τον πληθωρισμό και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν υψηλό κόστος δανεισμού.
Η ευθύνη δεν είναι μόνο τραπεζική· είναι πρωτίστως πολιτική. Η κυβέρνηση Κυριάκος Μητσοτάκης, το οικονομικό επιτελείο με προεξάρχοντα τον Κυριάκος Πιερρακάκης και ο θεσμικός ρόλος της Τράπεζας της Ελλάδος υπό τον Γιάννης Στουρνάρας παρέχουν πλήρη κάλυψη σε ένα μοντέλο που ευνοεί μονομερώς τους ισχυρούς παίκτες της αγοράς.
Σε μια χώρα όπου η κοινωνία έχει πληρώσει με δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ τις αλλεπάλληλες διασώσεις τραπεζών και τη δημοσιονομική κατάρρευση προηγούμενων ετών, η εικόνα μιας συστημικής τράπεζας που μοιράζει σχεδόν όλα της τα κέρδη προς τα πάνω συνιστά ηθική και πολιτική πρόκληση.
Αυτό που εξελίσσεται δεν είναι τραπεζική πολιτική με αναπτυξιακή ή κοινωνική διάσταση. Είναι το δόγμα «πάρε τα λεφτά και τρέχα», με κρατική ανοχή και θεσμική σιωπή. Και αυτή η επιλογή βαραίνει όσους έχουν την ευθύνη της διακυβέρνησης και της εποπτείας.
Πασχάλης Θ. Τόσιος
Καθημερινός Παρατηρητής
