ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η γενιά που φεύγει και η κυβέρνηση που παρακολουθεί

Χωρίς σχέδιο επαναπατρισμού, με μισθούς φτώχειας και κόστος ζωής στα ύψη, η Ελλάδα συνεχίζει να «εξάγει» τους νέους της και να εισάγει αποτυχία

Χωρίς σχέδιο επαναπατρισμού, με μισθούς φτώχειας και κόστος ζωής στα ύψη, η Ελλάδα συνεχίζει να «εξάγει» τους νέους της και να εισάγει αποτυχία

Υπάρχει μια σιωπηλή αιμορραγία που δεν φαίνεται στα δελτία τύπου της κυβέρνησης, ούτε χωρά στα επικοινωνιακά αφηγήματα περί «ανάπτυξης». Είναι η γενιά που φεύγει. Οι νέοι επιστήμονες, οι εργαζόμενοι υψηλής κατάρτισης, οι άνθρωποι που επένδυσαν σε σπουδές και δεξιότητες, αλλά δεν βρήκαν ποτέ στην Ελλάδα τις προϋποθέσεις για να ζήσουν αξιοπρεπώς.

Και το πιο ανησυχητικό; Δεν φεύγουν πια από ανάγκη. Φεύγουν από επιλογή.

Αυτό είναι το πραγματικό κατηγορητήριο για την κυβέρνηση: έξι χρόνια μετά, δεν κατάφερε να αντιστρέψει το brain drain. Δεν κατάφερε καν να παρουσιάσει ένα συνεκτικό, αξιόπιστο σχέδιο επιστροφής των νέων που έφυγαν. Αντί για στρατηγική, είδαμε αποσπασματικά μέτρα, επικοινωνιακές εξαγγελίες και μια μόνιμη άρνηση να αντιμετωπιστεί η ρίζα του προβλήματος.

Γιατί το πρόβλημα δεν είναι αν υπάρχουν δουλειές. Είναι τι δουλειές υπάρχουν.

Μια οικονομία που στηρίζεται σε χαμηλούς μισθούς, επισφαλείς συνθήκες και περιορισμένες προοπτικές εξέλιξης δεν μπορεί να κρατήσει ούτε να φέρει πίσω ανθρώπινο κεφάλαιο. Όταν ένας νέος επιστήμονας καλείται να ζήσει με 800 ή 1.000 ευρώ, πληρώνοντας ενοίκια που αγγίζουν τα ευρωπαϊκά επίπεδα και λογαριασμούς που απορροφούν το μισό του εισόδημα, η επιλογή του εξωτερικού δεν είναι «φυγή». Είναι λογική επιβίωσης.

Και εδώ αποκαλύπτεται η δεύτερη μεγάλη αποτυχία: η οικονομική πολιτική.

Η κυβέρνηση διαφημίζει ρυθμούς ανάπτυξης, αλλά η καθημερινότητα των πολιτών διαψεύδει τα πανηγύρια. Η ακρίβεια καλπάζει, το κόστος ζωής αυξάνεται, η στέγαση έχει μετατραπεί σε άπιαστο όνειρο για τους νέους. Την ίδια ώρα, οι μισθοί παραμένουν καθηλωμένοι και η αγοραστική δύναμη συρρικνώνεται.

Αυτή δεν είναι βιώσιμη οικονομία. Είναι μια οικονομία χαμηλών προσδοκιών.

Και μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η χώρα συνεχίζει να χάνει το πιο δυναμικό της κομμάτι. Το ανθρώπινο κεφάλαιο που θα μπορούσε να στηρίξει την παραγωγική ανασυγκρότηση, να φέρει καινοτομία, να δημιουργήσει πραγματική ανάπτυξη. Αντί γι’ αυτό, εκπαιδεύεται εδώ και αποδίδει αλλού.

Το αποτέλεσμα είναι διπλά οδυνηρό: η Ελλάδα επενδύει και άλλες οικονομίες κερδίζουν.

Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η απουσία πολιτικής βούλησης για ουσιαστική αλλαγή. Δεν υπάρχει ολοκληρωμένο σχέδιο επαναπατρισμού. Δεν υπάρχουν ισχυρά κίνητρα επιστροφής. Δεν υπάρχει καμία σοβαρή παρέμβαση στο στεγαστικό, που αποτελεί σήμερα τον βασικό ανασταλτικό παράγοντα για όποιον σκέφτεται να επιστρέψει.

Αντί για αυτά, η κυβέρνηση επιλέγει να παρουσιάζει μια εξωραϊσμένη εικόνα της πραγματικότητας. Μόνο που οι αριθμοί και κυρίως οι άνθρωποι λένε μια διαφορετική ιστορία.

Μια ιστορία που μιλά για μια χώρα που δεν μπορεί να κρατήσει τα παιδιά της.

Μια ιστορία που μιλά για μια πολιτική που δεν σχεδιάζει το μέλλον, αλλά διαχειρίζεται το παρόν με όρους επικοινωνίας.

Αν δεν υπάρξει άμεσα μια ριζική αλλαγή πορείας, το brain drain δεν θα είναι απλώς μια πληγή της κρίσης. Θα μετατραπεί σε μόνιμο χαρακτηριστικό της ελληνικής οικονομίας.

Και τότε το ερώτημα δεν θα είναι γιατί φεύγουν οι νέοι.

Θα είναι γιατί δεν έμεινε κανείς πίσω για να αλλάξει τα πράγματα.


Πασχάλης Θ. Τόσιος
Για τον Καθημερινό Παρατηρητή