Η Πόλη που Καταδιώκει τις Μελωδίες της: Η Θεσσαλονίκη σε Πολιτιστικό Σκοτάδι
Η Θεσσαλονίκη, μια πόλη που ιστορικά ταυτίστηκε με την πρωτοπορία, τη νεολαία και τον πολιτιστικό πλουραλισμό, παρακολουθεί τις τελευταίες ημέρες ένα θέατρο του παραλόγου να εκτυλίσσεται στις δημόσιες πλατείες και τα παραλιακά της μέτωπα
Η Θεσσαλονίκη, μια πόλη που ιστορικά ταυτίστηκε με την πρωτοπορία, τη νεολαία και τον πολιτιστικό πλουραλισμό, παρακολουθεί τις τελευταίες ημέρες ένα θέατρο του παραλόγου να εκτυλίσσεται στις δημόσιες πλατείες και τα παραλιακά της μέτωπα
Η είδηση της επιβολής προστίμου σε δύο νέους μουσικούς που τραγουδούσαν στη Νέα Παραλία, με την «κατηγορία» της χρήσης ενός μικρού ηχείου, δεν είναι απλώς ένα ατυχές περιστατικό εφαρμογής του νόμου. Είναι η κρυστάλλινη αποτύπωση μιας διοικητικής αναλγησίας που αδυνατεί να αντιληφθεί την ψυχή της πόλης που καλείται να υπηρετήσει.
Είναι πραγματικά απορίας άξιο πώς οι ιθύνοντες,από τους εμπνευστές αυτών των κανονισμών μέχρι τους υπαλλήλους που τους εκτελούν με γραφειοκρατικό ζήλο, αισθάνονται ικανοποιημένοι με μια τέτοια εξέλιξη. Ενώ οι μεγάλες ευρωπαϊκές μητροπόλεις επενδύουν στους καλλιτέχνες του δρόμου (buskers), αναγνωρίζοντας σε αυτούς ένα πολύτιμο τουριστικό και πολιτιστικό κεφάλαιο που σκορπά ομορφιά και συναισθήματα, η Θεσσαλονίκη επιλέγει την οδό του διωγμού. Προφασιζόμενοι την τήρηση της τάξης, μετατρέπουν τον δημόσιο χώρο σε ένα αποστειρωμένο πεδίο, όπου η αυθόρμητη δημιουργία ποινικοποιείται και η χαρά φορολογείται.
Αυτή η στείρα προσκόλληση στο γράμμα ενός νόμου που μοιάζει να μας επιστρέφει σε εποχές σκοταδισμού, αναδεικνύει μια διοίκηση που βρίσκεται σε πλήρη δυσαρμονία με το πνεύμα της κοινωνίας των πολιτών. Όταν το κράτος εξαντλεί την αυστηρότητά του σε δύο παιδιά με μια κιθάρα, την ίδια στιγμή που η πόλη πνίγεται από πραγματικά προβλήματα ανομίας, τότε το αίσθημα της ντροπής είναι η μόνη υγιής αντίδραση του σκεπτόμενου πολίτη.
Η Θεσσαλονίκη δεν χρειάζεται αστυνόμευση της έμπνευσης, ούτε δημάρχους που οχυρώνονται πίσω από καταχρηστικές διατάξεις. Χρειάζεται ανθρώπους που έχουν περπατήσει στις πλατείες του κόσμου και έχουν καταλάβει ότι η πολιτιστική ταυτότητα μιας πόλης δεν χτίζεται με κλήσεις και πρόστιμα, αλλά με το δικαίωμα στην έκφραση. Αν η τέχνη στον δρόμο θεωρείται έγκλημα, τότε η αληθινή παρανομία βρίσκεται στην αδυναμία των αρχών να αφουγκραστούν την ομορφιά.

