Η σιωπή των συνδικάτων και η κρίση εκπροσώπησης των εργαζομένων
Την ώρα που η ελληνική κοινωνία βιώνει μια από τις πιο σκληρές περιόδους ανασφάλειας στην εργασία, ο θεσμός που ιστορικά υπήρξε η ασπίδα των εργαζομένων μοιάζει να περνά τη βαθύτερη κρίση αξιοπιστίας της μεταπολιτευτικής περιόδου. Η πορεία της ΓΣΕΕ τα τελευταία χρόνια, με επίκεντρο τη μακροχρόνια παρουσία του Γιάννη Παναγόπουλου στην ηγεσία της, δεν αποτελεί απλώς μια προσωπική διαδρομή. Αντανακλά τη συνολική παρακμή ενός συνδικαλιστικού μοντέλου που δείχνει να έχει αποκοπεί από την κοινωνική του βάση.
Την ώρα που η ελληνική κοινωνία βιώνει μια από τις πιο σκληρές περιόδους ανασφάλειας στην εργασία, ο θεσμός που ιστορικά υπήρξε η ασπίδα των εργαζομένων μοιάζει να περνά τη βαθύτερη κρίση αξιοπιστίας της μεταπολιτευτικής περιόδου. Η πορεία της ΓΣΕΕ τα τελευταία χρόνια, με επίκεντρο τη μακροχρόνια παρουσία του Γιάννη Παναγόπουλου στην ηγεσία της, δεν αποτελεί απλώς μια προσωπική διαδρομή. Αντανακλά τη συνολική παρακμή ενός συνδικαλιστικού μοντέλου που δείχνει να έχει αποκοπεί από την κοινωνική του βάση.
Ακόμη και αν οι κατηγορίες που κατά καιρούς διατυπώνονται σε βάρος του δεν επιβεβαιωθούν, το βασικό ερώτημα παραμένει αναπάντητο: κατάφερε το επίσημο συνδικαλιστικό κίνημα να σταθεί στο ύψος των ιστορικών του ευθυνών την πιο δύσκολη περίοδο για τον κόσμο της εργασίας;
Η απάντηση, για ένα μεγάλο κομμάτι των εργαζομένων, είναι αρνητική.
Κατά τη διάρκεια των μνημονιακών χρόνων, αλλά και στη μεταμνημονιακή Ελλάδα, το πλέγμα προστασίας της εργασίας αποδομήθηκε με ταχύτητα που δύσκολα συναντάται σε ευρωπαϊκό κράτος. Οι συλλογικές συμβάσεις αποδυναμώθηκαν, ο κατώτατος μισθός συμπιέστηκε, η διαιτησία περιορίστηκε, ενώ οι ελαστικές μορφές απασχόλησης μετατράπηκαν από εξαίρεση σε κανονικότητα.
Σε αυτή τη συνθήκη, οι εργαζόμενοι περίμεναν από τα συνδικάτα να λειτουργήσουν ως οργανωμένος μηχανισμός αντίστασης. Αντί γι’ αυτό, κυριάρχησε η αίσθηση ενός θεσμού εγκλωβισμένου σε εσωτερικές ισορροπίες, διοικητικές διαδικασίες και συμβιβασμούς που απομάκρυναν τη συνδικαλιστική ηγεσία από την πραγματική κοινωνική σύγκρουση.
Η περίπτωση Παναγόπουλου συμβολίζει ακριβώς αυτό το μοντέλο «επαγγελματικού συνδικαλισμού» που κυριάρχησε τις τελευταίες δεκαετίες. Ένα μοντέλο στο οποίο η συνδικαλιστική ιδιότητα μετατρέπεται σε διαρκή επαγγελματική σταδιοδρομία, με αποτέλεσμα τη σταδιακή απομάκρυνση από τον χώρο εργασίας και, τελικά, από την καθημερινότητα των ανθρώπων που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί.
Η κρίση όμως δεν αφορά μόνο πρόσωπα. Είναι δομική.
Το ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα ακολούθησε για χρόνια μια πορεία θεσμικής ενσωμάτωσης στο πολιτικό σύστημα. Αντί να λειτουργεί ως δύναμη κοινωνικής πίεσης, συχνά επέλεξε τον ρόλο του διαμεσολαβητή μεταξύ εργαζομένων, εργοδοσίας και κυβερνήσεων. Το αποτέλεσμα ήταν η απώλεια της μαχητικότητας που χαρακτήρισε ιστορικά τα εργατικά κινήματα.
Η κατάσταση επιδεινώθηκε την τελευταία περίοδο, όταν νέες παρεμβάσεις στην αγορά εργασίας ,όπως η περαιτέρω ευελιξία στο ωράριο και η ενίσχυση των ατομικών συμβάσεων ,προχώρησαν με περιορισμένες αντιδράσεις από το κορυφαίο συνδικαλιστικό όργανο της χώρας. Σε μια κοινωνία όπου η ακρίβεια, η εργασιακή επισφάλεια και η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων επεκτείνονται, η απουσία ενός ισχυρού συνδικαλιστικού αντιβάρου γίνεται ακόμη πιο εμφανής.
Δεν είναι τυχαίο ότι ολοένα και περισσότεροι εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν τα συνδικάτα με αδιαφορία ή δυσπιστία. Η συμμετοχή στις συλλογικές διαδικασίες μειώνεται, ενώ αναπτύσσονται άτυπες μορφές κινητοποιήσεων και νέοι τρόποι διεκδίκησης εκτός των παραδοσιακών συνδικαλιστικών δομών.
Η κρίση του συνδικαλισμού στην Ελλάδα συνδέεται άμεσα με τη συνολική κρίση εκπροσώπησης που διαπερνά το πολιτικό και κοινωνικό σύστημα. Όταν οι θεσμοί που οφείλουν να εκφράζουν συλλογικά αιτήματα εμφανίζονται αποκομμένοι από την κοινωνία, τότε το κενό εκπροσώπησης γίνεται επικίνδυνο. Δημιουργεί απογοήτευση, αποστράτευση και τελικά ενισχύει την αίσθηση ότι οι εργαζόμενοι είναι μόνοι απέναντι σε μια αγορά εργασίας που λειτουργεί όλο και πιο άνισα.
Η ανασυγκρότηση του συνδικαλιστικού κινήματος δεν μπορεί να περιοριστεί σε αλλαγές προσώπων ή εσωτερικών ισορροπιών. Απαιτεί βαθιά αναθεώρηση της λειτουργίας του. Απαιτεί επιστροφή στους χώρους εργασίας, ουσιαστική δημοκρατία στη λήψη αποφάσεων, διαφάνεια στη διαχείριση και κυρίως επαναπροσδιορισμό του ρόλου των συνδικάτων ως πραγματικών φορέων συλλογικής διεκδίκησης.
Γιατί χωρίς ισχυρά, ανεξάρτητα και ζωντανά συνδικάτα, η ισορροπία δυνάμεων στην αγορά εργασίας γέρνει επικίνδυνα προς μία κατεύθυνση. Και η ιστορία έχει δείξει ότι κάθε φορά που οι εργαζόμενοι χάνουν τη συλλογική τους φωνή, χάνουν σταδιακά και τα δικαιώματά τους.
Το στοίχημα, λοιπόν, δεν είναι η επόμενη ηγεσία της ΓΣΕΕ. Το πραγματικό στοίχημα είναι αν το συνδικαλιστικό κίνημα θα μπορέσει να ξαναβρεί τον λόγο ύπαρξής του μέσα στην κοινωνία.
«Καθημερινός Παρατηρητής»
