ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η σοσιαλδημοκρατία σε υποχώρηση: η χαμένη απόπειρα ρήξης και το ανεκπλήρωτο καθήκον της ανατροπής

Η έννοια της «Δομής Πολιτικών Ευκαιριών» δεν είναι θεωρητική πολυτέλεια. Είναι το αναλυτικό εργαλείο που επιτρέπει να εξηγηθεί γιατί, παρά τη διεύρυνση των ανισοτήτων και τη γενικευμένη κοινωνική ανασφάλεια, η σοσιαλδημοκρατία σε παγκόσμιο και ευρωπαϊκό επίπεδο αδυνατεί να ανακάμψει. Το πρόβλημά της δεν είναι επικοινωνιακό· είναι δομικό, ιστορικό και πολιτικό.

Η έννοια της «Δομής Πολιτικών Ευκαιριών» δεν είναι θεωρητική πολυτέλεια. Είναι το αναλυτικό εργαλείο που επιτρέπει να εξηγηθεί γιατί, παρά τη διεύρυνση των ανισοτήτων και τη γενικευμένη κοινωνική ανασφάλεια, η σοσιαλδημοκρατία σε παγκόσμιο και ευρωπαϊκό επίπεδο αδυνατεί να ανακάμψει. Το πρόβλημά της δεν είναι επικοινωνιακό· είναι δομικό, ιστορικό και πολιτικό.

Τα τελευταία τριάντα χρόνια παρατηρούμε ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο. Οι νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις, όταν καταλαμβάνουν την εξουσία, δεν περιορίζονται σε επιλογές πολιτικής. Προχωρούν σε βαθιές τομές στις σταθερές δομές: απορρυθμίζουν αγορές, ιδιωτικοποιούν δημόσια αγαθά, αποδυναμώνουν την εργασία, θωρακίζουν θεσμικά την οικονομική ολιγαρχία και μεταφέρουν τον κοινωνικό πλούτο προς τα πάνω. Έτσι, ακόμη κι όταν χάνουν την κυβέρνηση, διατηρούν την ηγεμονία τους.

Αντίθετα, οι σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις που ακολουθούν σπανίως τολμούν την ανατροπή αυτών των αλλαγών. Κυβερνούν εντός ενός ήδη μετατοπισμένου πλαισίου, περιοριζόμενες στη διαχείριση της ακραίας φτώχειας και στη ρητορική της «υπεύθυνης διακυβέρνησης». Το αποτέλεσμα είναι οι νεοφιλελεύθερες επιλογές να παγιώνονται ως κανονικότητα και η κοινωνική απογοήτευση να βαθαίνει.

Παγκόσμιες και ευρωπαϊκές αποτυχίες της διαχειριστικής σοσιαλδημοκρατίας

Αυτό το φαινόμενο δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα. Στη Λατινική Αμερική, η αποτυχία των κυβερνήσεων της Ντίλμα Ρούσεφ να συγκρουστούν μέχρι τέλους με την οικονομική ελίτ άνοιξε τον δρόμο στον Ζαΐρ Μπολσονάρο. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η διαχειριστική επαναφορά της «κανονικότητας» από τον Τζο Μπάιντεν δεν αναιρεί τις κοινωνικές συνθήκες που γέννησαν τον Ντόναλντ Τραμπ , απλώς τις μεταθέτει χρονικά.

Στην Ευρώπη, η μετατροπή της σοσιαλδημοκρατίας σε τεχνοκρατική διαχείριση του νεοφιλελευθερισμού υπήρξε καταλυτική: από τη Βρετανία του Μπλερ έως τη Γερμανία της «Ατζέντας 2010», οι κοινωνικές συμμαχίες διαλύθηκαν και τα λαϊκά στρώματα αποξενώθηκαν. Το κενό αυτό καλύφθηκε από την ακροδεξιά, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την άνοδο της Τζόρτζια Μελόνι, σε μια χώρα όπου το κεντροαριστερό πολιτικό σύστημα απέτυχε να αρθρώσει πειστική πρόταση κοινωνικής ανατροπής.

Η χαμένη απόπειρα ρήξης της περιόδου 2009–2011 στην Ελλάδα

Η ελληνική εμπειρία αποτελεί ίσως το πιο καθαρό παράδειγμα αυτής της ιστορικής αποτυχίας. Η διακυβέρνηση 2009–2011 του ΠΑΣΟΚ, με πρωθυπουργό τον Γιώργος Παπανδρέου, δεν ήταν μια παρεξηγημένη στιγμή. Ήταν μια χαμένη απόπειρα ρήξης – όχι επειδή δεν υπήρξε πρόθεση, αλλά επειδή δεν ολοκληρώθηκε.

Το πραγματικό πολιτικό πρόταγμα εκείνης της περιόδου δεν ήταν το απλουστευτικό «λεφτά υπάρχουν», αλλά το στρατηγικό δίλημμα «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα». Μια απόπειρα να μιλήσει η πολιτική για τις παθογένειες της ελληνικής οικονομίας, τις γκρίζες και μαύρες ζώνες του πλούτου, τη διαπλοκή και το κρίσιμο ερώτημα: από πού θα βρεθούν οι πόροι και ποιοι οφείλουν να πληρώσουν.

Σε αυτό το πλαίσιο επιχειρήθηκαν ουσιαστικές συγκρούσεις:

  • ο οικονομικός εισαγγελέας,

  • η ηλεκτρονική συνταγογράφηση,

  • αλλαγές στο τραπεζικό πλαίσιο με έμφαση στις κοινές μετοχές,

  • έλεγχοι σε τριγωνικές συναλλαγές και offshore,

  • η Διαύγεια, που εξέθεσε τη δημόσια διοίκηση στο φως.

Δεν ήταν τεχνοκρατικές παρεμβάσεις, αλλά πολιτικές πράξεις σύγκρουσης.

Η ανακοπή της ρήξης και το ιστορικό δίδαγμα

Η χώρα, όμως, είχε ήδη οδηγηθεί στη χρεοκοπία από τη διακυβέρνηση του Κώστας Καραμανλής και της Νέα Δημοκρατία. Οι πολιτικοί χρόνοι μηδενίστηκαν, το σύστημα αντεπιτέθηκε και ο κοινωνικός θυμός διοχετεύτηκε στον λαϊκισμό. Η ρήξη ανακόπηκε ιστορικά και τελικά χάθηκε.

Το δίδαγμα είναι σαφές: η σοσιαλδημοκρατία δεν ηττήθηκε επειδή πήγε «πολύ μακριά», αλλά επειδή δεν τόλμησε να φτάσει μέχρι το τέλος. Οι ημιτελείς ρήξεις δεν παράγουν νέα ισορροπία· παράγουν απογοήτευση, πολιτικό κενό και άνοδο της δεξιάς και της ακροδεξιάς.

Αν θέλει να υπάρξει ξανά ως δύναμη αλλαγής, οφείλει να επιστρέψει στο καθήκον της ανατροπής: σύγκρουση με την οικονομική ολιγαρχία και τη διαπλοκή, δίκαιη κατανομή του πλούτου, ισχυρό κοινωνικό κράτος, ποιότητα ζωής ως κεντρικό πολιτικό κριτήριο. Διαφορετικά, θα συνεχίσει να διαχειρίζεται μια ήττα που βαθαίνει  και μαζί της θα βαθαίνει και η κρίση της ίδιας της δημοκρατίας.


Πασχάλης Θ. Τόσιος

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Αποκλεισμός με σανό στο γραφείο του Γιώργου Γεωργαντά στο Κιλκίς
ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Μαξίμου: Από τον διάλογο στις απειλές – Κυρώσεις, κοινωνικός αυτοματισμός και «πάγωμα» ανασχηματισμού λόγω του αγροτικού μετώπου
ΠΟΛΙΤΙΚΗ
ΠΑΣΟΚ: «Φέσι» 1 δισ. ευρώ στον έντιμο αγρότη – Κατάρρευση των πληρωμών της ΚΑΠ
ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Τι έχουμε μάθει έως σήμερα στη δίκη των υποκλοπών
ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Σε πανικό η κυβέρνηση: γιατί θέλουν να κόψουν το «live» από τις Εξεταστικές
ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Διεθνής διασυρμός χωρίς προηγούμενο: Η Ελλάδα «ανέκδοτο» στο χριστουγεννιάτικο κουίζ του Politico – το σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ έγινε φραπές
ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Υποκλοπές: Κατά προτεραιότητα εξέταση της προσφυγής Ανδρουλάκη από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Αγωγή φίμωσης για τις υποκλοπές: Όταν το σύστημα εξουσίας απαντά στην πολιτική κριτική με εκφοβισμό