Η «θετική ατζέντα» ως διπλωματική αυταπάτη
Σε μια περίοδο έντονων γεωπολιτικών ανακατατάξεων, η Ευρώπη φαίνεται να επαναπροσδιορίζει τη σχέση της με την Τουρκία, επιλέγοντας έναν δρόμο πραγματισμού που συχνά αγγίζει τα όρια της πολιτικής υποχώρησης. Και σε αυτή τη στρατηγική μετατόπιση, η Ελλάδα, με ευθύνη της κυβέρνησης Μητσοτάκη ,δείχνει να αναλαμβάνει ρόλο διευκολυντή της ευρωπαϊκής επαναπροσέγγισης με το καθεστώς Ερντογάν.
Σε μια περίοδο έντονων γεωπολιτικών ανακατατάξεων, η Ευρώπη φαίνεται να επαναπροσδιορίζει τη σχέση της με την Τουρκία, επιλέγοντας έναν δρόμο πραγματισμού που συχνά αγγίζει τα όρια της πολιτικής υποχώρησης. Και σε αυτή τη στρατηγική μετατόπιση, η Ελλάδα, με ευθύνη της κυβέρνησης Μητσοτάκη ,δείχνει να αναλαμβάνει ρόλο διευκολυντή της ευρωπαϊκής επαναπροσέγγισης με το καθεστώς Ερντογάν.
Η επίσκεψη της Επιτρόπου Διεύρυνσης στην Άγκυρα, λίγες μόλις ημέρες πριν από τη συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν, δεν είναι μια τυπική διπλωματική κίνηση. Αντιθέτως, αποτελεί σαφή ένδειξη ότι οι Βρυξέλλες επιδιώκουν μια νέα, στενότερη σχέση με την Τουρκία, ακόμη κι αν αυτό συνεπάγεται την αποσιώπηση σοβαρών ζητημάτων δημοκρατίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Ο φυλακισμένος Εκρέμ Ιμάμογλου, σύμβολο της δημοκρατικής αντιπολίτευσης στην Τουρκία, μοιάζει να έχει εξαφανιστεί από την ευρωπαϊκή πολιτική ατζέντα. Οι διώξεις δημοσιογράφων, η φίμωση πολιτικών αντιπάλων και η συστηματική περιστολή των θεσμικών ελευθεριών αντιμετωπίζονται πλέον ως «παράπλευρες απώλειες» μπροστά στη γεωπολιτική αξία της Άγκυρας.
Την ίδια στιγμή, οι Κούρδοι ,οι οποίοι αποτέλεσαν κρίσιμο σύμμαχο της Δύσης σε κομβικές συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή,εγκαταλείπονται για ακόμη μία φορά στο πεδίο των διεθνών ισορροπιών. Η πολιτική επιλογή των Ηνωμένων Πολιτειών επί Τραμπ άνοιξε τον δρόμο για αυτή την εξέλιξη, όμως σήμερα φαίνεται να αποκτά ευρύτερη διεθνή αποδοχή, με την Ευρώπη να ακολουθεί τη γραμμή του ψυχρού ρεαλισμού.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ελληνική κυβέρνηση επιλέγει να στηρίξει με συνέπεια τη λεγόμενη «θετική ατζέντα» απέναντι στην Τουρκία, εμφανιζόμενη συχνά ως εγγυητής της «καλής συμπεριφοράς» του Ερντογάν προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρόκειται για μια πολιτική επιλογή που εγείρει εύλογα ερωτήματα. Αποτελεί στρατηγική αποκλιμάκωσης ή μετατρέπει τη χώρα σε εργαλείο εξυπηρέτησης ευρωπαϊκών ισορροπιών, χωρίς ουσιαστικές εγγυήσεις για τα ελληνικά συμφέροντα;
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η συζήτηση για την ενίσχυση της αμυντικής συνεργασίας Ευρώπης – Τουρκίας. Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι κάθε αναβάθμιση της στρατιωτικής ισχύος της Άγκυρας συνοδευόταν από ενίσχυση της αναθεωρητικής ρητορικής και αύξηση της πίεσης προς την Ελλάδα και την Κύπρο. Η απουσία σαφών όρων και δεσμεύσεων δημιουργεί εύλογη ανησυχία για τις μελλοντικές ισορροπίες στην περιοχή.
Οι Βρυξέλλες φαίνεται να θεωρούν την Τουρκία απαραίτητο γεωπολιτικό εταίρο σε ζητήματα ενέργειας, μεταναστευτικού και περιφερειακής ασφάλειας. Ωστόσο, η στρατηγική αυτή δοκιμάζει την αξιοπιστία της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία κινδυνεύει να εμφανιστεί ως ένωση αρχών που υποχωρούν μπροστά σε πολιτικές σκοπιμότητες.
Το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται είναι βαθύτερο και αφορά τον ρόλο της Ελλάδας σε αυτή τη νέα ευρωπαϊκή εξίσωση. Η χώρα λειτουργεί ως διαμορφωτής της ευρωπαϊκής πολιτικής απέναντι στην Τουρκία ή περιορίζεται στον ρόλο του πρόθυμου συνομιλητή που νομιμοποιεί επιλογές άλλων κέντρων εξουσίας;
Διότι η Ιστορία έχει αποδείξει ότι όταν οι διπλωματικές «θετικές ατζέντες» δεν συνοδεύονται από σαφείς κόκκινες γραμμές, μετατρέπονται εύκολα σε πολιτικές αυταπάτες. Και οι αυταπάτες, όταν αφορούν ζητήματα εθνικής ασφάλειας και γεωπολιτικής ισορροπίας, πληρώνονται πάντοτε ακριβά.
Πασχάλης Θ. Τόσιος
