ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου: κυβερνητική διάψευση της πραγματικότητας και στρατηγική υποχώρηση

Σε μια περίοδο κατά την οποία η Ανατολική Μεσόγειος μετατρέπεται σε πεδίο σκληρών γεωπολιτικών ανταγωνισμών, η εξέλιξη με το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου συνιστά ηχηρό στρατηγικό πισωγύρισμα. Ένα έργο εθνικής και ευρωπαϊκής σημασίας, που θα ενίσχυε την ενεργειακή ασφάλεια, τη γεωπολιτική θέση της χώρας και τη σύνδεση της Κύπρου με τον ευρωπαϊκό ενεργειακό κορμό, μπαίνει στο “ψυγείο”, χωρίς καθαρές εξηγήσεις και με κραυγαλέες αντιφάσεις από την ίδια την κυβέρνηση.

Σε μια περίοδο κατά την οποία η Ανατολική Μεσόγειος μετατρέπεται σε πεδίο σκληρών γεωπολιτικών ανταγωνισμών, η εξέλιξη με το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου συνιστά ηχηρό στρατηγικό πισωγύρισμα. Ένα έργο εθνικής και ευρωπαϊκής σημασίας, που θα ενίσχυε την ενεργειακή ασφάλεια, τη γεωπολιτική θέση της χώρας και τη σύνδεση της Κύπρου με τον ευρωπαϊκό ενεργειακό κορμό, μπαίνει στο “ψυγείο”, χωρίς καθαρές εξηγήσεις και με κραυγαλέες αντιφάσεις από την ίδια την κυβέρνηση.

Η επίσημη κυπριακή θέση, όπως μεταφέρθηκε δημόσια, είναι σαφής: οι προπαρασκευαστικές έρευνες για την πόντιση του καλωδίου δεν ολοκληρώθηκαν, καθώς παρεμποδίστηκαν από την παρουσία και παρέμβαση του τουρκικού πολεμικού ναυτικού στη θαλάσσια περιοχή της Κάσου. Πρόκειται για μια ευθεία αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων και, ταυτόχρονα, για μια de facto επιβολή τετελεσμένων από την Άγκυρα.

Κι όμως, την ίδια στιγμή, η ελληνική κυβέρνηση επιλέγει να αμφισβητήσει την πραγματικότητα. Ο Γιώργος Γεραπετρίτης υποστηρίζει ότι οι έρευνες ολοκληρώθηκαν κανονικά, επιχειρώντας να παρουσιάσει μια εικόνα «ομαλότητας», την ώρα που το έργο παγώνει στην πράξη. Δύο εντελώς αντικρουόμενες αφηγήσεις για το ίδιο γεγονός, με κοινό παρονομαστή όχι την πρόοδο, αλλά την ακινησία.

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτούν οι δημόσιες τοποθετήσεις του Αντώνης Σαμαράς, ο οποίος –επικαλούμενος την κυπριακή πλευρά– μίλησε ανοιχτά για παρέμβαση της Τουρκίας που μπλόκαρε το έργο. Το γεγονός ότι η κυβέρνηση δεν διαψεύδει πειστικά αυτή την εκδοχή, αλλά περιορίζεται σε γενικόλογες διαβεβαιώσεις, ενισχύει την αίσθηση ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια σιωπηρή υποχώρηση.

Η ουσία είναι αμείλικτη:
 Το καλώδιο δεν προχωρά.
 Η Τουρκία εμφανίζεται να επιβάλλει όρους επί του πεδίου.
 Η Ελλάδα δείχνει ανίκανη ή απρόθυμη να υπερασπιστεί έναν κρίσιμο στρατηγικό σχεδιασμό.

Η κυβέρνηση του Κυριάκος Μητσοτάκης επιλέγει, για ακόμη μία φορά, τη γνώριμη συνταγή: χαμηλοί τόνοι, θολές εξηγήσεις, επικοινωνιακή διαχείριση. Όμως στην εξωτερική πολιτική και στην ενέργεια, τα κενά δεν μένουν ποτέ κενά. Τα καλύπτουν άλλοι.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι «χάθηκε»προσωρινά ή οριστικά,ένα καλώδιο. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι χάνεται η αξιοπιστία της χώρας, υπονομεύεται η στρατηγική σύμπλευση με την Κύπρο και εκπέμπεται το μήνυμα πως, όταν η Τουρκία πιέζει στο πεδίο, η Αθήνα απαντά με ασάφεια και αναδίπλωση.

Και σε αυτή την περίπτωση, οι μόνες «έρευνες» που φαίνεται να συνεχίζονται είναι εκείνες για το πώς και πού εξαφανίστηκε πολιτικά το έργο, όχι στη θάλασσα της Κάσου, αλλά στα βαθιά νερά της κυβερνητικής ανευθυνότητας και της στρατηγικής αδράνειας.



Πασχάλης Θ. Τόσιος
Καθημερινός Παρατηρητής