Κενό γράμμα οι 72 δόσεις – Συνταξιούχοι χηρείας δύο ταχυτήτων με κυβερνητική σφραγίδα
Η κυβέρνηση παρουσιάζει δύο παρεμβάσεις ως μέτρα ανακούφισης, όμως οι όροι, οι εξαιρέσεις και οι «κόφτες» αφήνουν εκτός χιλιάδες οφειλέτες και συνταξιούχους
Η κυβέρνηση παρουσιάζει δύο παρεμβάσεις ως μέτρα ανακούφισης, όμως οι όροι, οι εξαιρέσεις και οι «κόφτες» αφήνουν εκτός χιλιάδες οφειλέτες και συνταξιούχους
Δύο κυβερνητικές πρωτοβουλίες που προβλήθηκαν ως παρεμβάσεις κοινωνικής προστασίας κινδυνεύουν να μείνουν χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα για χιλιάδες πολίτες. Η ρύθμιση των 72 δόσεων για ασφαλιστικές οφειλές προς τον ΕΦΚΑ και το ΚΕΑΟ συνοδεύεται από τόσο αυστηρές προϋποθέσεις, ώστε μεγάλο μέρος των οφειλετών αποκλείεται εξαρχής. Την ίδια στιγμή, η αλλαγή στις συντάξεις χηρείας διορθώνει μερικώς μια κατάφωρη αδικία, αλλά διατηρεί διαφορετική μεταχείριση ανάλογα με την ημερομηνία θανάτου του ασφαλισμένου.
Κοινός παρονομαστής είναι η γνώριμη κυβερνητική πρακτική των αποσπασματικών λύσεων: πρώτα ανακοινώνεται ένα μέτρο με κοινωνικό πρόσημο και στη συνέχεια περιορίζεται η πραγματική του εμβέλεια μέσα από ημερομηνίες, εξαιρέσεις και σύνθετους όρους.
Οι 72 δόσεις που δεν είναι για όλους
Η νέα ρύθμιση προβλέπει την εξόφληση ασφαλιστικών οφειλών σε έως 72 μηνιαίες δόσεις. Αφορά χρέη προς τον e-ΕΦΚΑ και τους λοιπούς φορείς κοινωνικής ασφάλισης που δημιουργήθηκαν έως τις 31 Δεκεμβρίου 2023, ενώ η προθεσμία υποβολής αιτήσεων λήγει στις 31 Δεκεμβρίου 2026.
Πίσω, όμως, από τον ελκυστικό αριθμό των 72 δόσεων κρύβεται ένας καθοριστικός «κόφτης»: τα χρέη δεν πρέπει να ήταν ρυθμισμένα στις 21 Απριλίου 2026 ούτε να εντάχθηκαν σε άλλη ρύθμιση μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης.
Αυτό σημαίνει ότι επαγγελματίες και ασφαλισμένοι που προσπάθησαν να είναι συνεπείς και ενέταξαν τις υποχρεώσεις τους στην πάγια ρύθμιση των 24 δόσεων δεν μπορούν να τις μεταφέρουν στις 72. Αντίθετα, δυνατότητα υπαγωγής αποκτούν όσοι άφησαν τις ίδιες οφειλές αρρύθμιστες.
Πρόκειται για μια προφανή στρέβλωση: το κράτος αποκλείει από την ευνοϊκότερη ρύθμιση εκείνον που έσπευσε να τακτοποιήσει το χρέος του και διευκολύνει εκείνον που παρέμεινε εκτός ρύθμισης. Η συνέπεια, αντί να επιβραβεύεται, μετατρέπεται σε λόγο αποκλεισμού.
Έως και τρεις υποχρεώσεις ταυτόχρονα
Το δεύτερο μεγάλο εμπόδιο αφορά τις οφειλές που δημιουργήθηκαν από την 1η Ιανουαρίου 2024 και μετά. Για να γίνει δεκτή η αίτηση των 72 δόσεων, τα νεότερα χρέη πρέπει είτε να εξοφληθούν είτε να ενταχθούν παράλληλα στην πάγια ρύθμιση των 24 δόσεων.
Ο επαγγελματίας, επομένως, μπορεί να βρεθεί υποχρεωμένος να πληρώνει ταυτόχρονα:
- τη δόση της νέας ρύθμισης των 72 δόσεων,
- τη δόση της πάγιας ρύθμισης για τις οφειλές από το 2024 και μετά,
- τις τρέχουσες ασφαλιστικές εισφορές.
Για έναν αυτοαπασχολούμενο ή μια μικρή επιχείρηση που ήδη δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της, αυτή η τριπλή επιβάρυνση μπορεί να αποδειχθεί απαγορευτική. Έτσι, μια ρύθμιση που υποτίθεται ότι δημιουργήθηκε για να βοηθήσει όσους αδυνατούν να πληρώσουν κινδυνεύει να απευθύνεται κυρίως σε εκείνους που διαθέτουν ήδη την οικονομική δυνατότητα να εξυπηρετούν παράλληλα πολλές υποχρεώσεις.
Η ίδια η εγκύκλιος του e-ΕΦΚΑ επιβεβαιώνει ότι η ρύθμιση χάνεται εάν δεν καταβληθούν δύο συνεχόμενες δόσεις ή εάν δεν τακτοποιούνται όλες οι υπόλοιπες ασφαλιστικές οφειλές καθ’ όλη τη διάρκειά της. Σε αυτή την περίπτωση, το υπόλοιπο χρέος καθίσταται άμεσα απαιτητό και επανεκκινούν τα μέτρα είσπραξης.
Παράλληλα, δεν πρόκειται για άτοκη διευθέτηση ούτε προβλέπεται ουσιαστικό «κούρεμα» της κύριας οφειλής και των προσαυξήσεων. Η βασική οφειλή συνεχίζει να επιβαρύνεται με τόκο, ενώ οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης διατηρούν τη δυνατότητα εγγραφής υποθήκης, συμψηφισμού απαιτήσεων και επιβολής περιορισμών σε μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων.
Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν είναι υπερβολή να ειπωθεί ότι η εφαρμογή των 72 δόσεων τείνει να μετατραπεί σε κενό γράμμα. Οι επαγγελματικοί φορείς ζητούν την επαναφορά των 120 δόσεων, με διαγραφή σημαντικού μέρους των προσαυξήσεων και όρους που να λαμβάνουν υπόψη το πραγματικό εισόδημα και τη δυνατότητα αποπληρωμής κάθε οφειλέτη.
Μερική διόρθωση στις συντάξεις χηρείας
Ανάλογη είναι η εικόνα και στις συντάξεις χηρείας. Η πρόσφατη κυβερνητική παρέμβαση αποκαθιστά τη σύνταξη από το 35% στο 70% για περίπου 8.500 δικαιούχους, κυρίως περιπτώσεις στις οποίες είχαν εφαρμοστεί περικοπές μετά την πάροδο τριετίας από τον θάνατο του ή της συζύγου.
Η αλλαγή αποτελεί αναμφίβολα μια θετική διόρθωση. Δεν αντιμετωπίζει, όμως, συνολικά το πρόβλημα. Το νέο πλαίσιο εφαρμόζεται μόνο όταν ο θάνατος επήλθε μετά τις 13 Μαΐου 2016, ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του σχετικού ασφαλιστικού καθεστώτος.
Έτσι δημιουργείται ένας αυθαίρετος διαχωρισμός. Δύο άνθρωποι που έχασαν τον σύζυγό τους και βρίσκονται στην ίδια οικονομική και κοινωνική κατάσταση αντιμετωπίζονται διαφορετικά, επειδή ο ένας θάνατος συνέβη πριν και ο άλλος μετά τις 13 Μαΐου 2016.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις συνταξιουχικών οργανώσεων, περίπου 100.000 δικαιούχοι που λαμβάνουν σύνταξη εξ ιδίου δικαιώματος και έχασαν τον ή τη σύζυγό τους πριν από αυτή την ημερομηνία παραμένουν εκτός. Το κράτος δεν αξιολογεί την πραγματική ανάγκη, αλλά εφαρμόζει έναν ημερολογιακό διαχωρισμό που παράγει συνταξιούχους δύο ταχυτήτων.
Χωρίς αναδρομικά και με τις επικουρικές εκτός
Η κυβερνητική παρέμβαση δεν προβλέπει επιστροφή των χρημάτων που παρακρατήθηκαν από τους περίπου 8.500 συνταξιούχους κατά την περίοδο 2020-2026. Αποκαθιστά το ποσοστό για το μέλλον, αλλά δεν επιστρέφει όσα αφαιρέθηκαν τα προηγούμενα χρόνια.
Με απλά λόγια, η κυβέρνηση αναγνωρίζει εμμέσως ότι η περικοπή πρέπει να σταματήσει, αλλά δεν αναλαμβάνει την ευθύνη για τις οικονομικές συνέπειες που είχε η εφαρμογή της. Η επιλογή αυτή αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων δικαστικών προσφυγών και πολύχρονων διεκδικήσεων.
Εκτός ουσιαστικής αντιμετώπισης παραμένουν και οι επικουρικές συντάξεις χηρείας. Μετά την παρέλευση της τριετίας εξακολουθούν να επιβάλλονται περικοπές, οι οποίες επηρεάζουν περισσότερους από 120.000 δικαιούχους, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παρουσιάζουν οι συνταξιουχικές οργανώσεις. Κενά και διαφορετικές ερμηνείες εξακολουθούν να καταγράφονται και σε κατηγορίες δικαιούχων του πρώην ΟΓΑ.
Το περιορισμένο εύρος της κυβερνητικής παρέμβασης αποτυπώνεται και στο ετήσιο δημοσιονομικό κόστος, το οποίο υπολογίζεται σε 48,4 εκατομμύρια ευρώ. Το ποσό δείχνει ότι η λύση σχεδιάστηκε με βασικό κριτήριο τον περιορισμό της δαπάνης και όχι την καθολική αποκατάσταση της ισονομίας.
Ανακούφιση με αστερίσκους
Στις 72 δόσεις, η κυβέρνηση αποκλείει όσους είχαν ήδη ρυθμίσει τα χρέη τους, υποχρεώνει άλλους να συντηρούν δύο διαφορετικές ρυθμίσεις και διατηρεί αυστηρούς όρους απώλειας. Στις συντάξεις χηρείας, αποκαθιστά μια περιορισμένη κατηγορία, αλλά αφήνει εκτός δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους, δεν επιστρέφει τα παρακρατηθέντα ποσά και δεν αγγίζει ουσιαστικά τις επικουρικές.
Πρόκειται για παρεμβάσεις που δεν λύνουν τα προβλήματα αλλά τα τεμαχίζουν, δημιουργώντας νέες κατηγορίες δικαιούχων και αποκλεισμένων. Η κοινωνική πολιτική, όμως, δεν μπορεί να περιορίζεται σε εξαγγελίες με αστερίσκους. Χρειάζεται ενιαίο και δίκαιο πλαίσιο για τις συντάξεις χηρείας, χωρίς διαχωρισμούς ανάλογα με την ημερομηνία θανάτου, καθώς και μια πραγματικά βιώσιμη ρύθμιση ασφαλιστικών χρεών, με περισσότερες δόσεις, χαμηλότερες επιβαρύνσεις και δικαίωμα μεταφοράς όσων βρίσκονται ήδη στις 24 δόσεις.
Διαφορετικά, οι κυβερνητικές πρωτοβουλίες θα συνεχίσουν να παράγουν περισσότερες προσδοκίες από λύσεις και περισσότερους αποκλεισμένους από πραγματικά ωφελούμενους.
