Κινητό στο χέρι, συναίσθημα στον αυτόματο -Όταν το σκρολάρισμα δεν είναι συνήθεια, αλλά σύμπτωμα
Υπάρχει μια βολική εξήγηση που επαναλαμβάνεται σχεδόν μηχανικά: «έχουμε κολλήσει με τα κινητά». Μια εξήγηση που απλοποιεί, καθησυχάζει και τελικά αποκρύπτει το ουσιαστικό. Γιατί αν πρόκειται απλώς για μια κακή συνήθεια, τότε αρκεί λίγη πειθαρχία, ένα χρονόμετρο, μια εφαρμογή «ελέγχου» και όλα λύνονται. Μόνο που δεν λύνονται. Γιατί το ζήτημα δεν είναι η οθόνη ,είναι αυτό που προσπαθούμε να μην αντιμετωπίσουμε όταν την κοιτάμε.
Υπάρχει μια βολική εξήγηση που επαναλαμβάνεται σχεδόν μηχανικά: «έχουμε κολλήσει με τα κινητά». Μια εξήγηση που απλοποιεί, καθησυχάζει και τελικά αποκρύπτει το ουσιαστικό. Γιατί αν πρόκειται απλώς για μια κακή συνήθεια, τότε αρκεί λίγη πειθαρχία, ένα χρονόμετρο, μια εφαρμογή «ελέγχου» και όλα λύνονται. Μόνο που δεν λύνονται. Γιατί το ζήτημα δεν είναι η οθόνη ,είναι αυτό που προσπαθούμε να μην αντιμετωπίσουμε όταν την κοιτάμε.
Η πραγματικότητα είναι πιο σκληρή και λιγότερο βολική: δεν είμαστε «κολλημένοι» επειδή το θέλουμε, αλλά επειδή κάτι μέσα μας δεν βρίσκει άλλο τρόπο να ρυθμιστεί. Η υπερβολική χρήση του smartphone λειτουργεί ως ένας γρήγορος μηχανισμός αποφόρτισης, ένα άμεσο καταφύγιο από το άγχος, τη βαρεμάρα, τη μοναξιά, την αβεβαιότητα. Ένα ψηφιακό «αναισθητικό» που υπόσχεται ανακούφιση, αλλά στην πραγματικότητα απλώς μεταθέτει το πρόβλημα για λίγο αργότερα.
Και εκεί ακριβώς βρίσκεται η παγίδα. Όσο περισσότερο χρησιμοποιούμε το κινητό για να αποφύγουμε τα δυσάρεστα συναισθήματα, τόσο λιγότερο μαθαίνουμε να τα διαχειριζόμαστε. Το σκρολάρισμα δεν είναι μια συνειδητή επιλογή, αλλά μια παρορμητική αντίδραση. Δεν λύνει το άγχος — το αναβάλλει. Δεν απαντά στη μοναξιά , την καλύπτει προσωρινά. Και όταν η οθόνη σβήσει, το συναίσθημα επιστρέφει, συχνά πιο έντονο, πιο απαιτητικό, πιο δύσκολο να αγνοηθεί.
Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος που δύσκολα σπάει: η εσωτερική ένταση οδηγεί στο κινητό, το κινητό δεν αποφορτίζει ουσιαστικά την ένταση και η ένταση επιστρέφει, ωθώντας ξανά στην ίδια συμπεριφορά. Με τον χρόνο, αυτή η επανάληψη δεν είναι απλώς μια συνήθεια, αλλά ένας μηχανισμός εξάρτησης , όχι απαραίτητα κλινικής, αλλά βαθιά ριζωμένης στην καθημερινότητα και στον τρόπο που αντιδρούμε.
Αν κάτι πρέπει να ειπωθεί καθαρά, είναι αυτό: το πρόβλημα δεν είναι η τεχνολογία. Το πρόβλημα είναι ότι την έχουμε μετατρέψει σε εργαλείο φυγής από τον ίδιο μας τον εαυτό. Γιατί όταν δεν μπορείς να μείνεις μόνος με τις σκέψεις σου, όταν η σιωπή γίνεται βάρος, όταν ακόμη και λίγα λεπτά χωρίς ερέθισμα μοιάζουν ανυπόφορα, τότε το κινητό παύει να είναι εργαλείο και γίνεται πατερίτσα. Και όπως κάθε πατερίτσα, όσο περισσότερο τη χρησιμοποιείς, τόσο περισσότερο την έχεις ανάγκη.
Η εύκολη λύση , τα πρόχειρα «ψηφιακά detox» και οι γενικόλογες παραινέσεις ,δεν αρκεί. Γιατί δεν αγγίζει τον πυρήνα του προβλήματος. Αυτός βρίσκεται αλλού: στην αδυναμία μας να διαχειριστούμε τα συναισθήματά μας χωρίς εξωτερικά υποκατάστατα. Η πραγματική διέξοδος είναι πιο απαιτητική και, γι’ αυτό, συχνά αποφεύγεται: να ξαναμάθουμε να αντέχουμε. Να μένουμε με την ανησυχία αντί να την καλύπτουμε, να παρατηρούμε τη δυσφορία αντί να την αποφεύγουμε, να κατανοούμε τι είναι αυτό που μας σπρώχνει κάθε φορά να απλώνουμε το χέρι προς την οθόνη.
Γιατί εκεί βρίσκεται η ουσία. Όχι στο φως του κινητού που φωτίζει το πρόσωπό μας, αλλά σε αυτό που προσπαθούμε επίμονα να κρατήσουμε στο σκοτάδι.

