Κομματικοί διορισμοί και θεσμικές σκιές ενόψει συνεδρίου
Από τα πλέον χαρακτηριστικά και ανησυχητικά παράδοξα που αναδύονται στο τοπικό πολιτικό σκηνικό του ΠΑΣΟΚ, ενόψει του επικείμενου συνεδρίου του, είναι η αναβίωση μιας στενής κομματικής καμαρίλας, η οποία επιχειρεί να ανασυνταχθεί μέσα από διορισμούς και όχι μέσα από ανοιχτές, δημοκρατικές και αξιολογικές διαδικασίες.
Από τα πλέον χαρακτηριστικά και ανησυχητικά παράδοξα που αναδύονται στο τοπικό πολιτικό σκηνικό του ΠΑΣΟΚ, ενόψει του επικείμενου συνεδρίου του, είναι η αναβίωση μιας στενής κομματικής καμαρίλας, η οποία επιχειρεί να ανασυνταχθεί μέσα από διορισμούς και όχι μέσα από ανοιχτές, δημοκρατικές και αξιολογικές διαδικασίες.
Η προθυμία ορισμένων προσώπων να αποδεχθούν ρόλους στη νέα κομματική δομή, χωρίς να έχει προηγηθεί καμία ουσιαστική πολιτική,δημοκρατική ή οργανωτική διαδικασία, δεν προκαλεί πλέον έκπληξη. Για τους περισσότερους, άλλωστε, δεν απαιτείται ιδιαίτερος σχολιασμός. Πρόκειται για πρόσωπα που επί μακρόν απουσίαζαν από κάθε δημόσια πολιτική αντιπαράθεση, δεν άσκησαν αντιπολίτευση στη Νέα Δημοκρατία και στις πολιτικές της, δεν συγκρούστηκαν με το τοπικό δεξιό σύστημα εξουσίας και δεν κατέθεσαν διακριτό πολιτικό λόγο στην κοινωνία.
Η κομματική αφάνεια, ωστόσο, φαίνεται πως μετατρέπεται με διορισμό, σε ρόλο και τίτλο. Το αποτέλεσμα είναι μια εικόνα πολιτικής παρουσίας άβουλης, άοσμης και άλαλης, με μοναδικό χαρακτηριστικό την κομματική «τοποθέτηση».
Υπάρχει, όμως, μια επιλογή που ξεπερνά τα όρια της εσωκομματικής κριτικής και αγγίζει ευθέως τον θεσμικό πυρήνα της εκπροσώπησης. Η αποδοχή και συμμετοχή του προέδρου του Εργατικού Κέντρου, Παύλου Συμεωνίδη, σε έναν ρόλο διορισμένου κομματικού στελέχους, προκάλεσε εύλογα έντονο προβληματισμό.
Ο πρόεδρος ενός Εργατικού Κέντρου δεν είναι και δεν μπορεί να εμφανίζεται ως κομματικό παράρτημα. Οφείλει να λογοδοτεί αποκλειστικά και μόνο στους εργαζόμενους. Σε εκείνους που βιώνουν καθημερινά τις συνέπειες μιας απορρυθμισμένης αγοράς εργασίας, σε συνθήκες εργασιακής ανασφάλειας, συμπίεσης μισθών και συστηματικής υποβάθμισης δικαιωμάτων.
Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι προσωπικό. Είναι πολιτικό και βαθιά θεσμικό:σε ποιους δίνει τα διαπιστευτήριά του ο πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου; Στους εργαζόμενους ή σε εσωκομματικούς συσχετισμούς και παιχνίδια εξουσίας;
Η συμμετοχή σε μια διορισμένη κομματική δομή, χωρίς διακριτούς ρόλους και χωρίς θεσμικές εγγυήσεις ανεξαρτησίας, θολώνει επικίνδυνα τα όρια. Και ακόμη κι αν οι προθέσεις είναι αγαθές, η εικόνα που εκπέμπεται δεν είναι ούτε ουδέτερη ούτε αθώα.
Οι εργαζόμενοι δεν έχουν ανάγκη από κομματικές ισορροπίες. Έχουν ανάγκη από καθαρή φωνή, από σύγκρουση με την εργασιακή ζούγκλα και από θεσμικούς εκπροσώπους που δεν διαπραγματεύονται τον ρόλο τους.
Το συνέδριο ενός κόμματος αφορά την εσωτερική του λειτουργία.
Η εκπροσώπηση της εργασίας αφορά την κοινωνία.
Και αυτά τα δύο δεν μπορούν και δεν πρέπει να συγχέονται.
Γράφει ο Παρατηρητικός
