ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Κρασί: Πώς αλλάζει η αγορά – Σε φάση μετάβασης έως το 2035

Σε περίοδο βαθιών διαρθρωτικών αλλαγών εισέρχεται ο ευρωπαϊκός τομέας του κρασιού. Οι μεταβαλλόμενες καταναλωτικές συνήθειες, οι αυξημένες ανησυχίες για την υγεία και η αβεβαιότητα στο διεθνές εμπόριο διαμορφώνουν ένα νέο τοπίο, στο οποίο η παραγωγή και οι εξαγωγές καλούνται να προσαρμοστούν έως το 2035. Τα συμπεράσματα αποτυπώνονται στην τελευταία έκθεση της Ευρωπαϊκή Επιτροπή («Προοπτικές για τη Γεωργία της ΕΕ»), που χαρτογραφεί τις τάσεις των αγορών.

Σε περίοδο βαθιών διαρθρωτικών αλλαγών εισέρχεται ο ευρωπαϊκός τομέας του κρασιού. Οι μεταβαλλόμενες καταναλωτικές συνήθειες, οι αυξημένες ανησυχίες για την υγεία και η αβεβαιότητα στο διεθνές εμπόριο διαμορφώνουν ένα νέο τοπίο, στο οποίο η παραγωγή και οι εξαγωγές καλούνται να προσαρμοστούν έως το 2035. Τα συμπεράσματα αποτυπώνονται στην τελευταία έκθεση της Ευρωπαϊκή Επιτροπή («Προοπτικές για τη Γεωργία της ΕΕ»), που χαρτογραφεί τις τάσεις των αγορών.

Λιγότερο κρασί στο ποτήρι

Για δεκαετίες το κρασί αποτελούσε καθημερινή συνήθεια σε πολλές ευρωπαϊκές κοινωνίες. Σήμερα, όμως, η κατανάλωση υποχωρεί σταθερά. Οι νεότερες γενιές πίνουν λιγότερο αλκοόλ ή επιλέγουν ποιοτικότερα αλλά σπανιότερα κρασιά, ενώ ενισχύεται η στροφή σε ελαφριά, αφρώδη και λευκά. Αντίθετα, τα κόκκινα χάνουν μερίδιο.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις, η κατανάλωση οίνου στην ΕΕ θα μειώνεται κατά περίπου 0,9% ετησίως έως το 2035, φτάνοντας τα 19,3 λίτρα κατά κεφαλήν (από 21,2 λίτρα την περίοδο 2021–2025). Παράγοντες-κλειδιά είναι:

  • οι ανησυχίες για την υγεία,

  • οι εθνικές πολιτικές υπέρ της μέτριας κατανάλωσης,

  • ο αυξανόμενος ανταγωνισμός από άλλα ποτά.

Χώρες-πυλώνες όπως η Γαλλία και η Γερμανία καταγράφουν τις εντονότερες πτώσεις.


Νέες προτιμήσεις, νέα προϊόντα

Ανερχόμενη –αλλά ακόμη μικρού όγκου– τάση είναι τα κρασιά χαμηλής ή μηδενικής περιεκτικότητας σε αλκοόλ και τα ποτά με βάση το κρασί. Η δυναμική τους είναι υπαρκτή, χωρίς όμως να αντισταθμίζει τις απώλειες της συνολικής κατανάλωσης.


Προσαρμογή της παραγωγής

Η εγχώρια κατανάλωση παραμένει η μεγαλύτερη αγορά του κλάδου (66% την περίοδο 2021–2025), ενώ οι εξαγωγές αντιστοιχούν περίπου στο 20%. Με τη ζήτηση να υποχωρεί, η παραγωγή αναμένεται να μειώνεται κατά 0,5% ετησίως, ώστε έως το 2035 να διαμορφωθεί στα 138 εκατ. εκατόλιτρα.

Καθοριστικό ρόλο παίζει και η προβλεπόμενη μείωση των αμπελουργικών εκτάσεων κατά 0,6% ετησίως έως το 2035, υπό την παραδοχή σταθερών αποδόσεων και καιρικών συνθηκών. Οι «άλλες χρήσεις» (απόσταξη, μεταποίηση) αναμένεται να παραμείνουν σχετικά σταθερές γύρω στα 30 εκατ. εκατόλιτρα ετησίως.


Αβέβαιες εξαγωγές

Το εξωτερικό περιβάλλον προσθέτει μεταβλητότητα. Οι αποστολές προς τις ΗΠΑ –κύριο προορισμό– επηρεάζονται από δασμούς και αβεβαιότητα, ενώ κάμψη καταγράφεται και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Παρά τη μερική αντιστάθμιση από αγορές της Λατινικής Αμερικής και ορισμένων χωρών της Αφρικής, η εικόνα παραμένει εύθραυστη.

Συνολικά, οι εξαγωγές της ΕΕ προβλέπεται να μειώνονται κατά 0,6% ετησίως, ενώ οι εισαγωγές κατά 1,9% ετησίως έως το 2035, αντανακλώντας τις νέες καταναλωτικές συνήθειες εντός της Ένωσης.


Το συμπέρασμα

Το ευρωπαϊκό κρασί περνά σε φάση μετάβασης. Η απάντηση δεν βρίσκεται στην ποσότητα, αλλά στην ποιότητα, τη διαφοροποίηση και την προσαρμοστικότητα: νέα προϊόντα, στοχευμένες αγορές, ισχυρότερη ταυτότητα. Μέχρι το 2035, όσοι κινηθούν έγκαιρα θα είναι εκείνοι που θα αντέξουν –και θα ξεχωρίσουν– στη νέα εποχή του ευρωπαϊκού αμπελώνα.