ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Mercosur: από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων στην αίθουσα του Δικαστηρίου της ΕΕ

Στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης οδηγείται η εμπορική συμφωνία ΕΕ–Mercosur, μόλις λίγες ημέρες μετά την πολιτική επίτευξή της, έπειτα από πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο που άναψε φωτιά στο ήδη τεταμένο ευρωπαϊκό σκηνικό. Η απόφαση να ζητηθεί γνωμοδότηση από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι τυπική διαδικασία: πρόκειται για κίνηση υψηλού πολιτικού και θεσμικού ρίσκου, ικανή να καθυστερήσει ή και να ανατρέψει το χρονοδιάγραμμα κύρωσης μιας συμφωνίας-μαμούθ.

Στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης οδηγείται η εμπορική συμφωνία ΕΕ–Mercosur, μόλις λίγες ημέρες μετά την πολιτική επίτευξή της, έπειτα από πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο που άναψε φωτιά στο ήδη τεταμένο ευρωπαϊκό σκηνικό. Η απόφαση να ζητηθεί γνωμοδότηση από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι τυπική διαδικασία: πρόκειται για κίνηση υψηλού πολιτικού και θεσμικού ρίσκου, ικανή να καθυστερήσει ή και να ανατρέψει το χρονοδιάγραμμα κύρωσης μιας συμφωνίας-μαμούθ.

Στην καρδιά της αντιπαράθεσης βρίσκεται το ερώτημα αν η συμφωνία μπορεί να εγκριθεί αποκλειστικά σε ευρωπαϊκό επίπεδο ή αν απαιτείται επικύρωση από τα εθνικά κοινοβούλια. Αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η Mercosur είναι «μικτή συμφωνία», τότε ανοίγει ο δρόμος για κοινοβουλευτικές μάχες σε κάθε κράτος-μέλος, με ό,τι αυτό συνεπάγεται πολιτικά. Αντίθετα, μια απόφαση υπέρ της «ευρωπαϊκής αποκλειστικότητας» θα επιτρέψει ταχύτερη κύρωση, αλλά με σαφή θεσμική σκιά.

Η επιλογή της προσφυγής ήρθε εν μέσω σφοδρών αντιδράσεων από αγροτικούς φορείς και κυβερνήσεις χωρών με ισχυρό πρωτογενή τομέα. Η ανησυχία εστιάζει στον αθέμιτο ανταγωνισμό που –όπως υποστηρίζουν οι επικριτές– θα προκαλέσει η αυξημένη εισαγωγή προϊόντων από τις χώρες της Mercosur (Αργεντινή, Βραζιλία, Παραγουάη, Ουρουγουάη), με διαφορετικά περιβαλλοντικά και εργασιακά πρότυπα από εκείνα της ΕΕ. Το αγροτικό ζήτημα μετατράπηκε γρήγορα σε θεσμικό: ποιος αποφασίζει και με ποιες εγγυήσεις.

Παράλληλα, στο Ευρωκοινοβούλιο καταγράφεται έντονη κριτική για τις περιβαλλοντικές ρήτρες και τους μηχανισμούς επιβολής τους. Ευρωβουλευτές επισημαίνουν ότι οι δεσμεύσεις για την προστασία του Αμαζονίου και τη βιωσιμότητα παραμένουν αδύναμες, ενώ άλλοι τονίζουν τον κίνδυνο να περιοριστεί η ρυθμιστική αυτονομία της ΕΕ σε τομείς όπως η υγεία και η ασφάλεια τροφίμων.

Η Κομισιόν, από την πλευρά της, υπερασπίζεται τη συμφωνία ως στρατηγικό άνοιγμα σε μια περίοδο γεωοικονομικών ανακατατάξεων, υποστηρίζοντας ότι ενισχύει τη θέση της Ευρώπης στο παγκόσμιο εμπόριο. Ωστόσο, η παραπομπή στο Δικαστήριο λειτουργεί ήδη ως φρένο: η διαδικασία κύρωσης μπαίνει σε αναμονή και το πολιτικό κόστος αυξάνεται.

Πέρα από το νομικό σκέλος, το μήνυμα είναι καθαρό. Το Ευρωκοιβούλιο διεκδικεί ρόλο ουσιαστικού ελεγκτή και όχι απλού επικυρωτή διεθνών συμφωνιών, ειδικά όταν αυτές επηρεάζουν βαθιά την οικονομία, την αγροτική παραγωγή και τα κοινωνικά πρότυπα της Ευρώπης. Η Mercosur, από υπόσχεση εμπορικής ανάπτυξης, μετατρέπεται σε δοκιμασία δημοκρατικής νομιμοποίησης.

Το τελικό αποτέλεσμα θα το κρίνει το Δικαστήριο. Όμως ήδη είναι σαφές ότι η εμπορική συμφωνία ΕΕ–Mercosur δεν θα προχωρήσει σιωπηλά. Θα περάσει από σκληρό θεσμικό έλεγχο, με απρόβλεπτες πολιτικές συνέπειες για την Ευρώπη  και ιδιαίτερα για τον πρωτογενή της τομέα.