ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μερίσματα-ρεκόρ για λίγους ,φόροι-ρεκόρ για τους πολλούς

Όταν η κυβέρνηση φορολογεί την κοινωνία και χαρίζει τα υπερκέρδη

Όταν η κυβέρνηση φορολογεί την κοινωνία και χαρίζει τα υπερκέρδη

Η διανομή μερισμάτων από τις εισηγμένες εταιρείες καταρρίπτει το ένα ρεκόρ μετά το άλλο. Περίπου 6 δισ. ευρώ ετησίως μοιράζονται στους μετόχους, με φορολογικό συντελεστή μόλις 5%. Όχι ως εξαίρεση, αλλά ως κανόνας. Όχι ως συγκυριακή επιλογή, αλλά ως σταθερή πολιτική κατεύθυνση.

Η εικόνα αυτή δεν είναι ουδέτερη. Είναι απολύτως ενδεικτική των προτεραιοτήτων της κυβέρνησης Κυριάκος Μητσοτάκης. Μιας κυβέρνησης που επιλέγει συνειδητά να εξαντλεί τη φορολογική της αυστηρότητα στα μεσαία και χαμηλά εισοδήματα στην εργασία, στην κατανάλωση, στους αυτοαπασχολούμενους και να επιδεικνύει γενναιοδωρία απέναντι στα υπερκέρδη των τραπεζών και των οικονομικά ισχυρών.

Ιδιαίτερα στον τραπεζικό κλάδο, η κερδοφορία δεν είναι προϊόν υγιούς αναπτυξιακής δυναμικής. Προκύπτει από πρακτικές κοινωνικά απαράδεκτες: υψηλά επιτόκια δανεισμού, ασφυκτικές χρεώσεις, χαμηλές αποδόσεις καταθέσεων, περιορισμένη ρευστότητα προς την πραγματική οικονομία. Κι όμως, αυτά τα κέρδη όχι μόνο δεν φορολογούνται ουσιαστικά, αλλά διανέμονται απλόχερα, με την πολιτεία σε ρόλο θεατή αν όχι συνένοχου.

Η μαζική διανομή μερισμάτων σε τέτοια ύψη δεν αποτελεί ένδειξη υγείας της οικονομίας. Αντίθετα, στερεί πόρους από την επανεπένδυση, αποδυναμώνει τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη και μετατρέπει την επιχειρηματική δραστηριότητα σε μηχανισμό άμεσης απόδοσης για λίγους. Όταν το κράτος επιβραβεύει αυτή τη λογική με χαμηλή φορολογία, ουσιαστικά υπονομεύει κάθε έννοια παραγωγικού μετασχηματισμού.

Την ίδια στιγμή, οι πολίτες καλούνται να πληρώσουν ακριβότερα τρόφιμα, ενέργεια, στέγη και υπηρεσίες, υπό το βάρος έμμεσων φόρων και εισφορών που δεν αφήνουν περιθώριο ανάσας. Η αντίφαση είναι εκκωφαντική: αυστηρότητα για τους πολλούς, ασυλία για τους ισχυρούς.

Αυτό δεν είναι απλώς οικονομική πολιτική. Είναι πολιτική επιλογή. Μια επιλογή που αποκαλύπτει ποιον θεωρεί η κυβέρνηση «βάρος» και ποιον «επενδυτή». Ποιον καλεί να σφίξει το ζωνάρι και ποιον να απολαύσει τα κέρδη του με ελάχιστη κοινωνική συνεισφορά.

Και σε αυτή την επιλογή, η κοινωνία δεν μπορεί και δεν πρέπει  να μένει σιωπηλή.