Μια χώρα που γερνά στη δουλειά και διώχνει τα παιδιά της
Οι 255.000 εργαζόμενοι συνταξιούχοι, οι μισθοί επιβίωσης και το νέο κύμα φυγής των νέων στο εξωτερικό
Οι 255.000 εργαζόμενοι συνταξιούχοι, οι μισθοί επιβίωσης και το νέο κύμα φυγής των νέων στο εξωτερικό
Την ώρα που η κυβέρνηση παρουσιάζει ως «επιτυχία» τη μείωση της ανεργίας και την αύξηση της απασχόλησης, η πραγματικότητα που διαμορφώνεται στην ελληνική κοινωνία αποκαλύπτει ένα βαθύ κοινωνικό και οικονομικό αδιέξοδο: οι συνταξιούχοι επιστρέφουν στην εργασία για να μπορέσουν να επιβιώσουν και οι νέοι συνεχίζουν να εγκαταλείπουν τη χώρα αναζητώντας μισθούς και συνθήκες ζωής με αξιοπρέπεια.
Πίσω από τους κυβερνητικούς δείκτες και τις πανηγυρικές δηλώσεις, εξελίσσεται μια αθόρυβη κοινωνική κρίση που αγγίζει πλέον κάθε ελληνική οικογένεια.
Οι συντάξεις δεν φτάνουν
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Οι εργαζόμενοι συνταξιούχοι ξεπερνούν πλέον τις 255.000, αριθμός που αυξήθηκε θεαματικά μετά την κατάργηση της περικοπής στις συντάξεις όσων συνεχίζουν να εργάζονται.
Όμως πίσω από τους αριθμούς δεν βρίσκεται μια κοινωνία «ενεργού γήρανσης», όπως επιχειρείται να παρουσιαστεί επικοινωνιακά. Η πραγματικότητα είναι ότι χιλιάδες ηλικιωμένοι επιστρέφουν στην εργασία γιατί η σύνταξη δεν επαρκεί πλέον ούτε για τις βασικές ανάγκες.
Το αυξημένο κόστος ζωής, η ακρίβεια σε τρόφιμα και ενέργεια, τα ενοίκια και οι καθημερινές υποχρεώσεις έχουν δημιουργήσει ένα ασφυκτικό περιβάλλον για τους χαμηλοσυνταξιούχους, οι οποίοι αναγκάζονται να συνεχίσουν να εργάζονται ακόμη και σε προχωρημένη ηλικία.
Σε λαϊκές αγορές, μικρές επιχειρήσεις, αγροτικές εργασίες, delivery, εποχικές δουλειες και οικογενειακές επιχειρήσεις, η εικόνα ηλικιωμένων ανθρώπων που εργάζονται πλέον θεωρείται σχεδόν «κανονικότητα».
Και αυτό από μόνο του συνιστά μια σιωπηλή κοινωνική ήττα.
Οι νέοι φεύγουν γιατί δεν βλέπουν μέλλον
Την ίδια στιγμή, μια ολόκληρη γενιά νέων εξακολουθεί να βρίσκεται εγκλωβισμένη σε μια αγορά εργασίας χαμηλών αποδοχών, ελαστικών σχέσεων και περιορισμένων προοπτικών.
Παρά τις κυβερνητικές εξαγγελίες για ανάπτυξη και επενδύσεις, η πραγματικότητα για χιλιάδες νέους εργαζόμενους παραμένει σκληρή:
- μισθοί που εξαντλούνται πριν τελειώσει ο μήνας,
- αδυναμία πρόσβασης σε κατοικία,
- επισφαλής εργασία,
- ακριβή ενέργεια,
- αβεβαιότητα για το μέλλον.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στις υψηλότερες θέσεις της Ευρώπης σε ό,τι αφορά την ανεργία των νέων, ενώ το brain drain δεν έχει σταματήσει ποτέ ουσιαστικά.
Χιλιάδες νέοι επιστήμονες, τεχνικοί, εργαζόμενοι στον τομέα της υγείας, της πληροφορικής και της εκπαίδευσης επιλέγουν ακόμη το εξωτερικό, όχι επειδή «δεν αγαπούν την πατρίδα τους», αλλά γιατί αναζητούν αυτό που δεν μπορούν να βρουν στην Ελλάδα:
σταθερότητα, αξιοκρατία και αξιοπρεπείς αποδοχές.
Η μεγάλη αντίφαση της ελληνικής οικονομίας
Το μεγαλύτερο ίσως παράδοξο της σημερινής Ελλάδας είναι ότι την ίδια ώρα:
- οι ηλικιωμένοι συνεχίζουν να εργάζονται γιατί δεν μπορούν να ζήσουν με τη σύνταξη,
- οι νέοι δυσκολεύονται να βρουν δουλειές που να επιτρέπουν αξιοπρεπή διαβίωση.
Μια οικονομία δηλαδή όπου ούτε οι συντάξεις αρκούν ούτε οι μισθοί πείθουν.
Και αυτή η πραγματικότητα αποκαλύπτει πως οι δείκτες ανάπτυξης από μόνοι τους δεν αρκούν για να περιγράψουν την κοινωνική κατάσταση.
Γιατί ανάπτυξη χωρίς κοινωνική ασφάλεια, χωρίς προοπτική για τη νέα γενιά και χωρίς αξιοπρεπή εργασία καταλήγει να είναι μια ανάπτυξη χωρίς κοινωνικό αντίκρισμα.
Η «ανάπτυξη» που δεν φτάνει στην κοινωνία
Η κυβέρνηση επιμένει ότι η ανεργία μειώνεται και ότι η οικονομία αναπτύσσεται. Ωστόσο, ολοένα και περισσότερα νοικοκυριά βιώνουν μια διαφορετική καθημερινότητα:
εργασία χωρίς οικονομική ασφάλεια, συντάξεις που δεν επαρκούν και νέους που σχεδιάζουν τη ζωή τους εκτός συνόρων.
Το αποτέλεσμα είναι μια κοινωνία κουρασμένη, πιεσμένη και βαθιά ανασφαλής για το μέλλον της.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο ανησυχητικό στοιχείο:
ότι σε μια χώρα που χάνει συνεχώς νέους ανθρώπους στο εξωτερικό, ακόμη και η εργασία μετά τη σύνταξη παρουσιάζεται πλέον ως «κανονικότητα».
Μόνο που πίσω από αυτή την «κανονικότητα» κρύβεται μια σκληρή αλήθεια:
όταν οι νέοι φεύγουν και οι ηλικιωμένοι δεν μπορούν να σταματήσουν να δουλεύουν, τότε το πρόβλημα δεν είναι απλώς οικονομικό.
Είναι βαθιά κοινωνικό και εθνικό.