ΤΟΠΙΚΑ

Μόνο στις Σέρρες πρέπει να θεωρείται «φυσιολογική» η ασυδοσία;

Κανείς δεν είναι απέναντι στα γεμάτα μαγαζιά. Κανείς δεν είναι απέναντι στην οικονομική δραστηριότητα. Το αντίθετο: μια ζωντανή αγορά είναι προϋπόθεση για μια ζωντανή πόλη. Όμως η ανάπτυξη δεν μπορεί να στηρίζεται στην αυθαιρεσία. Δεν μπορεί να οικοδομείται πάνω στην κατάληψη του κοινόχρηστου χώρου. Δεν μπορεί να προχωρά εις βάρος των δημοτών, που βλέπουν την κεντρική πλατεία να συρρικνώνεται μπροστά στα μάτια τους.

Κανείς δεν είναι απέναντι στα γεμάτα μαγαζιά. Κανείς δεν είναι απέναντι στην οικονομική δραστηριότητα. Το αντίθετο: μια ζωντανή αγορά είναι προϋπόθεση για μια ζωντανή πόλη. Όμως η ανάπτυξη δεν μπορεί να στηρίζεται στην αυθαιρεσία. Δεν μπορεί να οικοδομείται πάνω στην κατάληψη του κοινόχρηστου χώρου. Δεν μπορεί να προχωρά εις βάρος των δημοτών, που βλέπουν την κεντρική πλατεία να συρρικνώνεται μπροστά στα μάτια τους.

Υπάρχουν στιγμές που μια πόλη καλείται να απαντήσει σε ένα απλό αλλά θεμελιώδες ερώτημα: θα λειτουργεί με κανόνες ή με εξαιρέσεις; Με ισονομία ή με ασυδοσία; Η υπόθεση των τραπεζοκαθισμάτων στην Πλατεία Ελευθερίας δεν είναι μια «δευτερεύουσα» διαμάχη μεταξύ επαγγελματιών και δημοτικής αρχής. Είναι ένα καθαρό τεστ πολιτικής βούλησης και σεβασμού στο δημόσιο συμφέρον.

Το τελευταίο διάστημα παρακολουθούμε μια συντονισμένη προσπάθεια σύγχυσης. Από τη μία πλευρά, η δημοτική αρχή που σιωπά ή κρύβεται πίσω από μισόλογα. Από την άλλη, επαγγελματίες της εστίασης μαζί με τα γνωστά  παπαγαλάκια,που επιχειρούν να παρουσιάσουν το αυτονόητο ως ακραίο: ότι δηλαδή η απαίτηση για νομιμότητα είναι… επίθεση στην επιχειρηματικότητα.

Ας τελειώνουμε με αυτή τη στρέβλωση.

Κανείς δεν είναι απέναντι στα γεμάτα μαγαζιά. Κανείς δεν είναι απέναντι στην οικονομική δραστηριότητα. Το αντίθετο: μια ζωντανή αγορά είναι προϋπόθεση για μια ζωντανή πόλη. Όμως η ανάπτυξη δεν μπορεί να στηρίζεται στην αυθαιρεσία. Δεν μπορεί να οικοδομείται πάνω στην κατάληψη του κοινόχρηστου χώρου. Δεν μπορεί να προχωρά εις βάρος των δημοτών, που βλέπουν την κεντρική πλατεία να συρρικνώνεται μπροστά στα μάτια τους.

Γιατί περί αυτού πρόκειται.

Η Πλατεία Ελευθερίας δεν ανήκει σε κανέναν επαγγελματία. Δεν είναι προέκταση καμίας επιχείρησης. Είναι κοινόχρηστος χώρος. Ανήκει στους πολίτες. Στον πεζό που θέλει να περπατήσει, στην οικογένεια που θέλει να σταθεί, στον επισκέπτη που θέλει να απολαύσει την πόλη. Όταν αυτός ο χώρος καταλαμβάνεται πέρα από τα νόμιμα όρια, τότε δεν μιλάμε για «ευελιξία». Μιλάμε για παραβίαση κανόνων.

Και η ευθύνη εδώ είναι ξεκάθαρη.

Η δημοτική αρχή οφείλει να επιβάλλει τη νομιμότητα. Όχι επιλεκτικά. Όχι κατά περίπτωση. Όχι με λογικές «να μη δυσαρεστήσουμε». Η ανοχή στην παρανομία δεν είναι ουδετερότητα. Είναι πολιτική επιλογή. Και κάθε μέρα που περνά χωρίς ελέγχους, χωρίς σαφή όρια, χωρίς εφαρμογή των αποφάσεων, είναι μια μέρα που η αυθαιρεσία παγιώνεται.

Το πιο ανησυχητικό όμως δεν είναι μόνο η πρακτική διάσταση. Είναι η προσπάθεια αλλοίωσης της ίδιας της έννοιας της νομιμότητας. Όποιος μιλά για κανόνες βαφτίζεται «εχθρός της αγοράς». Όποιος ζητά ισονομία στοχοποιείται. Πρόκειται για επικίνδυνη λογική. Γιατί αν γίνει αποδεκτή, τότε δεν μιλάμε απλώς για τραπεζοκαθίσματα. Μιλάμε για μια πόλη χωρίς κανόνες.

Και όμως, η πραγματικότητα αλλού διαψεύδει αυτή τη στρεβλή αφήγηση.

Σε δεκάδες πόλεις της χώρας, οι κεντρικές πλατείες λειτουργούν με σαφείς κανόνες. Είναι γεμάτες ζωή, αισθητικά αναβαθμισμένες, φιλικές στον πολίτη και στον επισκέπτη. Η επιχειρηματικότητα ανθίζει ,αλλά εντός πλαισίου. Υπάρχει ισορροπία. Υπάρχει σεβασμός. Υπάρχει εικόνα πόλης που δεν ντρέπεται για τον εαυτό της.

Μόνο στις Σέρρες πρέπει να θεωρείται «φυσιολογική» η ασυδοσία;

Μόνο εδώ πρέπει να βαφτίζεται «ανάπτυξη» η κατάληψη και η ανομία;

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι άλλη.

Η Πλατεία Ελευθερίας δεν είναι προς εκχώρηση. Δεν είναι διαπραγματεύσιμη. Είναι ο καθρέφτης της πόλης. Και ο τρόπος που τη διαχειριζόμαστε αποτυπώνει το επίπεδο δημοκρατίας, διοίκησης και σεβασμού που διαθέτουμε.

Ή θα επιλέξουμε τους κανόνες ή θα συνεχίσουμε να ζούμε με την αυθαιρεσία ως κανονικότητα.

Και τότε, δεν θα φταίνε ούτε τα τραπεζοκαθίσματα. Θα φταίμε εμείς.