ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Νέο ράλι ακρίβειας – Η κοινωνία πληρώνει, οι μεγαλέμποροι θησαυρίζουν

Η ακρίβεια δεν είναι πλέον συγκυριακό φαινόμενο. Είναι πολιτική επιλογή. Και όσο η κυβέρνηση επιλέγει να παρακολουθεί παθητικά την αγορά, τα ελληνικά νοικοκυριά βυθίζονται σε μια καθημερινότητα οικονομικής ασφυξίας.

Η ακρίβεια δεν είναι πλέον συγκυριακό φαινόμενο. Είναι πολιτική επιλογή. Και όσο η κυβέρνηση επιλέγει να παρακολουθεί παθητικά την αγορά, τα ελληνικά νοικοκυριά βυθίζονται σε μια καθημερινότητα οικονομικής ασφυξίας.

Τα νέα στοιχεία του ΙΕΛΚΑ έρχονται να επιβεβαιώσουν αυτό που βιώνει κάθε οικογένεια μπροστά στο ταμείο του σούπερ μάρκετ. Νέο κύμα ανατιμήσεων καταγράφεται στα βασικά είδη διατροφής, με τον πληθωρισμό τροφίμων να συνεχίζει την ανοδική του πορεία. Το +2,45% σε ετήσια βάση μπορεί να παρουσιάζεται ως «ήπια αύξηση» στους κυβερνητικούς πίνακες, αλλά για την κοινωνία μεταφράζεται σε αδειανά πορτοφόλια και περιορισμένες επιλογές στο καθημερινό τραπέζι.

Ιδιαίτερα προκλητική είναι η εκτόξευση των τιμών στα φρέσκα κρέατα, που ξεπερνά το 13%. Ακολουθούν τα είδη πρωινού, τα ροφήματα, τα γλυκά και τα ψάρια, δηλαδή προϊόντα που αποτελούν βασικό πυλώνα της διατροφής. Δεν μιλάμε για είδη πολυτελείας. Μιλάμε για την καθημερινή επιβίωση των πολιτών.

Η αγορά, ωστόσο, λειτουργεί χωρίς ουσιαστικό έλεγχο. Οι μεγάλες αλυσίδες εμπορίου και οι προμηθευτικοί κολοσσοί συνεχίζουν να μετακυλίουν κάθε κόστος ,πραγματικό ή προσχηματικό, στους καταναλωτές, την ώρα που τα περιθώρια κέρδους τους παραμένουν θωρακισμένα. Και το ερώτημα παραμένει αμείλικτο: ποιος ελέγχει τελικά την αισχροκέρδεια;

Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, παρά τις επικοινωνιακές εξαγγελίες περί «καλαθιών» και δήθεν παρεμβάσεων στην αγορά, έχει επιλέξει να αφήσει ανεξέλεγκτη τη λειτουργία ενός ολιγοπωλιακού μοντέλου. Ένα μοντέλο που συγκεντρώνει την εμπορική ισχύ σε λίγους, μετατρέποντας τον καταναλωτή σε οικονομικό όμηρο.

Την ίδια στιγμή, η χώρα παραμένει εξαρτημένη από εισαγόμενα προϊόντα, ιδιαίτερα στο κρέας, αποτέλεσμα μιας διαχρονικής εγκατάλειψης της πρωτογενούς παραγωγής. Αντί να ενισχυθεί η ελληνική κτηνοτροφία και αγροτική οικονομία, επιλέγεται η εύκολη λύση των εισαγωγών, αφήνοντας την αγορά έρμαιο διεθνών ανατιμήσεων και κερδοσκοπικών πιέσεων.

Οι μειώσεις τιμών που καταγράφονται σε ορισμένες κατηγορίες προϊόντων αποτελούν περισσότερο επικοινωνιακό άλλοθι παρά ουσιαστική ανακούφιση. Όταν μειώνονται τα απορρυπαντικά, αλλά εκτινάσσονται τα τρόφιμα, η κοινωνία γνωρίζει πολύ καλά πού βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα.

Η ακρίβεια έχει μετατραπεί σε αθόρυβη κοινωνική κρίση. Οι πολίτες περιορίζουν τη διατροφή τους, μειώνουν την ποιότητα ζωής τους και αναγκάζονται να κάνουν επιλογές που πριν από λίγα χρόνια θα θεωρούνταν αδιανόητες. Και όλα αυτά σε μια χώρα όπου η αγοραστική δύναμη παραμένει από τις χαμηλότερες στην Ευρώπη.

Η πραγματικότητα είναι σκληρή αλλά ξεκάθαρη: όταν η πολιτεία αποσύρεται από τον ρόλο του ρυθμιστή, η αγορά λειτουργεί με όρους ισχύος και όχι κοινωνικής δικαιοσύνης. Και όσο η κυβέρνηση συνεχίζει να προστατεύει τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα, τόσο οι καταναλωτές θα βρίσκονται στο έλεος της αισχροκέρδειας.

Η κοινωνία δεν χρειάζεται άλλες διαπιστώσεις. Χρειάζεται πολιτική βούληση, πραγματικούς ελέγχους, ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής και ουσιαστική προστασία του εισοδήματος. Διαφορετικά, το ράλι της ακρίβειας θα συνεχίσει να γράφει την πιο σκληρή σελίδα της καθημερινότητας των πολιτών.