Οι διορισμένες ΝΟΕΣ και το πολιτικό αδιέξοδο μιας ανασφαλούς ηγεσίας ΄- Γράφει ο Πασχάλης Θ. Τόσιος
Λίγο πριν από το Συνέδριο, σε μια περίοδο οξυμένης κοινωνικής ανασφάλειας, πολιτικής απονομιμοποίησης και βαθιών οικονομικών αδιεξόδων, το αυτονόητο πολιτικό καθήκον θα ήταν η συγκρότηση ενός ανοιχτού, μαχητικού και αξιακά συγκροτημένου κοινωνικού και πολιτικού μετώπου απέναντι στην κυβέρνηση Μητσοτάκη. Παράλληλα, η διοργάνωση ενός Συνεδρίου που θα συνέθετε δυνάμεις, θα ξεκαθάριζε στρατηγικές και θα παρουσίαζε στην κοινωνία ένα πειστικό πολιτικό και ιδεολογικό σχέδιο δημοκρατικής διεξόδου
Λίγο πριν από το Συνέδριο, σε μια περίοδο οξυμένης κοινωνικής ανασφάλειας, πολιτικής απονομιμοποίησης και βαθιών οικονομικών αδιεξόδων, το αυτονόητο πολιτικό καθήκον θα ήταν η συγκρότηση ενός ανοιχτού, μαχητικού και αξιακά συγκροτημένου κοινωνικού και πολιτικού μετώπου απέναντι στην κυβέρνηση Μητσοτάκη. Παράλληλα, η διοργάνωση ενός Συνεδρίου που θα συνέθετε δυνάμεις, θα ξεκαθάριζε στρατηγικές και θα παρουσίαζε στην κοινωνία ένα πειστικό πολιτικό και ιδεολογικό σχέδιο δημοκρατικής διεξόδου
Όσα συμβαίνουν με τις διορισμένες ΝΟΕΣ δεν αποτελούν οργανωτική λεπτομέρεια ούτε συγκυριακό λάθος. Συνιστούν βαθιά πολιτική επιλογή. Και οι ευθύνες γι’ αυτήν βαραίνουν αποκλειστικά την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ.
Λίγο πριν από το Συνέδριο, σε μια περίοδο οξυμένης κοινωνικής ανασφάλειας, πολιτικής απονομιμοποίησης και βαθιών οικονομικών αδιεξόδων, το αυτονόητο πολιτικό καθήκον θα ήταν η συγκρότηση ενός ανοιχτού, μαχητικού και αξιακά συγκροτημένου κοινωνικού και πολιτικού μετώπου απέναντι στην κυβέρνηση Μητσοτάκη. Παράλληλα, η διοργάνωση ενός Συνεδρίου που θα συνέθετε δυνάμεις, θα ξεκαθάριζε στρατηγικές και θα παρουσίαζε στην κοινωνία ένα πειστικό πολιτικό και ιδεολογικό σχέδιο δημοκρατικής διεξόδου.
Αντ’ αυτού, η ηγεσία επιλέγει για ακόμη μία φορά τον δρόμο της ανασφάλειας, του ελέγχου και της περιχαράκωσης. Δημιουργεί εσωτερικά ρήγματα, απαξιώνει τις οργανώσεις και εκπέμπει ένα απολύτως καθαρό μήνυμα: το Συνέδριο δεν αντιμετωπίζεται ως πεδίο πολιτικής σύνθεσης και αναγέννησης, αλλά ως διαδικασία διαχείρισης συσχετισμών και προληπτικής πειθαρχίας.
Και αυτό είναι βαθιά απογοητευτικό όταν αναφερόμαστε στη μεγάλη δημοκρατική παράταξη. Στην παράταξη που ταυτίστηκε με τους κοινωνικούς αγώνες, τη διεύρυνση της δημοκρατίας και τις προοδευτικές αλλαγές. Στην παράταξη που ιστορικά δεν φοβήθηκε τη βάση της, αλλά αντλούσε δύναμη από αυτήν.
Μπροστά στα τεράστια κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά αδιέξοδα που βιώνει η χώρα, η απάντηση δεν μπορεί να είναι οι εσωκομματικές εκκαθαρίσεις. Δεν μπορεί να είναι η υποκατάσταση της συλλογικής λειτουργίας από διορισμένους μηχανισμούς. Αντί για κάλεσμα πανστρατιάς του πολιτικού της δυναμικού, η ηγεσία επιλέγει τον αποκλεισμό και τη συρρίκνωση. Και αυτή η επιλογή προδιαγράφει τον πολιτικό ορίζοντα που αντιλαμβάνεται.
Χωρίς καμία διάθεση εξωραϊσμού: Ναι ,υπήρξαν Νομαρχιακές Επιτροπές που δεν επιτέλεσαν τον ρόλο τους. Οργανώσεις που δεν παρήγαγαν πολιτική, που δεν ήταν παρεμβατικές, που σε αρκετές περιπτώσεις λειτούργησαν ως μηχανισμοί προσωπικών στρατηγικών ή βουλευτικών γραφείων. Όμως αυτή η πραγματικότητα δεν μπορεί να λειτουργήσει ως άλλοθι για την κατάργηση της δημοκρατικής νομιμοποίησης. Η απάντηση στην αδυναμία δεν είναι ο διορισμός, αλλά η κρίση των μελών. Όχι η ακύρωση του Καταστατικού, αλλά η εφαρμογή του.
Η επιλογή της ηγεσίας είναι πολιτικά και κομματικά απαράδεκτη. Πρόκειται για απόφαση με βαρύ δημοκρατικό έλλειμμα και σοβαρές συνέπειες για τη συνοχή, την αξιοπιστία και τη μελλοντική πορεία του Κινήματος.
Είχα επισημάνει ήδη από την ανάληψη της ηγεσίας από τον Νίκος Ανδρουλάκης ότι δεν αρκεί να είναι κανείς καλός διαχειριστής ή «ομαδάρχης» για να ηγηθεί μιας μεγάλης δημοκρατικής παράταξης. Απαιτούνται πολιτικό βάθος, στρατηγική τόλμη, μεγαλοψυχία και υψηλό δημοκρατικό και αξιακό φρόνημα. Η μέχρι σήμερα πορεία αποδεικνύει, δυστυχώς, ότι αυτά τα χαρακτηριστικά δεν καλλιεργήθηκαν ποτέ επαρκώς.
Το αποτέλεσμα είναι πλέον ορατό και αδιαμφισβήτητο: η πολιτική βελόνα δεν μετακινείται. Και με τέτοιες κομματικές επιλογές, το ΠΑΣΟΚ όχι μόνο δεν διευρύνει την κοινωνική του απεύθυνση, αλλά συρρικνώνεται περαιτέρω , οργανωτικά, πολιτικά και ηθικά.
Και αυτό δεν είναι απλώς ένα εσωκομματικό ζήτημα. Είναι ζήτημα δημοκρατίας και προοδευτικής προοπτικής για τη χώρα.
