ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΟΠΕΚΕΠΕ: Δικαστικό ράπισμα στην κυβέρνηση – Άκυρη η καθαίρεση Τυχεροπούλου

Η πρόσφατη δικαστική απόφαση που κρίνει άκυρη την καθαίρεση της Τυχεροπούλου από τον ΟΠΕΚΕΠΕ και διατάσσει την επανατοποθέτησή της, δεν αποτελεί απλώς μια υπηρεσιακή εξέλιξη. Συνιστά μια ηχηρή θεσμική παρέμβαση που εκθέτει επιλογές, πρακτικές και αντιλήψεις εξουσίας, αγγίζοντας τον ίδιο τον πυρήνα της κυβερνητικής λειτουργίας.

Η πρόσφατη δικαστική απόφαση που κρίνει άκυρη την καθαίρεση της Τυχεροπούλου από τον ΟΠΕΚΕΠΕ και διατάσσει την επανατοποθέτησή της, δεν αποτελεί απλώς μια υπηρεσιακή εξέλιξη. Συνιστά μια ηχηρή θεσμική παρέμβαση που εκθέτει επιλογές, πρακτικές και αντιλήψεις εξουσίας, αγγίζοντας τον ίδιο τον πυρήνα της κυβερνητικής λειτουργίας.

Η Δικαιοσύνη ήταν σαφής. Η απομάκρυνση κρίθηκε μη νόμιμη, καθώς δεν στηρίχθηκε σε ορθή διαδικασία και παραβίασε βασικές αρχές διοικητικού δικαίου. Με αυτόν τον τρόπο, όχι μόνο αποκαθίσταται η θέση της Τυχεροπούλου, αλλά καταρρέει και το αφήγημα που συνόδευσε την απομάκρυνσή της, αφήνοντας εκτεθειμένη τη διοίκηση του οργανισμού.

Και εδώ ακριβώς αναδεικνύεται το πολιτικό βάρος της υπόθεσης. Ο ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι ένας τυχαίος φορέας. Είναι ο βασικός μηχανισμός διαχείρισης των ευρωπαϊκών αγροτικών ενισχύσεων, με άμεση επίδραση στον πρωτογενή τομέα και στη διανομή δημόσιου χρήματος δισεκατομμυρίων ευρώ. Όταν σε έναν τέτοιο οργανισμό λαμβάνονται αποφάσεις που κρίνονται παράνομες, το ζήτημα παύει να είναι διοικητικό και γίνεται βαθιά πολιτικό.

Η απόφαση αυτή λειτουργεί ως καθρέφτης. Και στον καθρέφτη αυτόν αποτυπώνεται είτε μια κυβέρνηση που γνώριζε και επέτρεψε μια προβληματική επιλογή, είτε μια κυβέρνηση που δεν είχε τον έλεγχο των μηχανισμών της. Σε κάθε περίπτωση, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: θεσμική έκθεση και πολιτικό πλήγμα.

Τα ερωτήματα που ανακύπτουν είναι αμείλικτα. Ποιος εισηγήθηκε την καθαίρεση; Με ποια κριτήρια προχώρησε; Υπήρξαν παρεμβάσεις ή σκοπιμότητες; Και, κυρίως, ποιος θα αναλάβει την ευθύνη για μια απόφαση που κατέρρευσε δικαστικά;

Πέρα όμως από τα πρόσωπα, η υπόθεση αναδεικνύει ένα βαθύτερο πρόβλημα. Μια κουλτούρα διοίκησης που συχνά κινείται στα όρια της αυθαιρεσίας, με ελλιπή θεσμικά αντίβαρα και με αποφάσεις που δοκιμάζονται εκ των υστέρων στα δικαστήρια. Και κάθε τέτοια απόφαση που ακυρώνεται, δεν είναι απλώς μια διόρθωση. Είναι μια υπενθύμιση ότι το κράτος δικαίου δεν λειτουργεί επιλεκτικά.

Σε μια περίοδο που ο πρωτογενής τομέας δοκιμάζεται και η ανάγκη για διαφάνεια και αξιοπιστία είναι πιο επιτακτική από ποτέ, τέτοιες εξελίξεις δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως «λεπτομέρειες». Αντιθέτως, πλήττουν την εμπιστοσύνη των πολιτών και των αγροτών προς τους θεσμούς.

Η υπόθεση Τυχεροπούλου δεν τελειώνει με τη δικαστική της δικαίωση. Αντιθέτως, τώρα ξεκινά το ουσιαστικό σκέλος: η απόδοση ευθυνών. Διότι όταν μια απόφαση καταρρίπτεται ως παράνομη, το ζήτημα δεν είναι μόνο ποιος δικαιώθηκε, αλλά ποιος εξέθεσε το σύστημα.

Και αυτό είναι ένα ερώτημα που πλέον δεν μπορεί να αποφευχθεί.