ΣΗΜΕΙΑ ΑΙΧΜΗΣ

Όταν η Ελλάδα είπε «Όχι» και υπερασπίστηκε το διεθνές δίκαιο

Το 2003, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες πίεζαν ασφυκτικά για διεθνή υποστήριξη στην στρατιωτική εισβολή στο Ιράκ, το διεθνές κλίμα ήταν φορτισμένο. Οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου ήταν ακόμη νωπές και το αφήγημα του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας» κυριαρχούσε στη διεθνή πολιτική σκηνή.

Το 2003, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες πίεζαν ασφυκτικά για διεθνή υποστήριξη στην στρατιωτική εισβολή στο Ιράκ, το διεθνές κλίμα ήταν φορτισμένο. Οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου ήταν ακόμη νωπές και το αφήγημα του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας» κυριαρχούσε στη διεθνή πολιτική σκηνή.

Στην εξωτερική πολιτική υπάρχει πάντα ο πειρασμός της σιωπής. Να αποφύγεις τη σύγκρουση με τους ισχυρούς, να κινηθείς με προσεκτικές ισορροπίες και να αφήσεις τις εξελίξεις να σε παρασύρουν. Υπάρχουν όμως στιγμές που η διπλωματία δεν μετριέται με τη σιωπή, αλλά με την ικανότητα να πεις ένα καθαρό «Όχι».

Η ιστορία δείχνει ότι αυτό δεν είναι θεωρία. Έχει συμβεί και στην ελληνική εξωτερική πολιτική.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το 2003, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες προετοίμαζαν τη στρατιωτική επέμβαση στο Ιράκ στο πλαίσιο του λεγόμενου «πολέμου κατά της τρομοκρατίας». Το διεθνές κλίμα εκείνη την περίοδο ήταν ιδιαίτερα φορτισμένο. Οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου ήταν ακόμη νωπές και η Ουάσιγκτον ασκούσε έντονες πιέσεις στους συμμάχους της για πολιτική και στρατιωτική στήριξη.

Ωστόσο, η επέμβαση στο Ιράκ δεν διέθετε την απαραίτητη διεθνή νομιμοποίηση. Δεν υπήρχε απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, ενώ τα περίφημα «όπλα μαζικής καταστροφής» του καθεστώτος Σαντάμ Χουσεΐν ,που παρουσιάζονταν ως βασικό επιχείρημα για τον πόλεμο ,αποδείχθηκαν αργότερα αβάσιμα.

Σε αυτή τη συγκυρία, η Ελλάδα δεν επέλεξε τον δρόμο της ουδετερότητας ή της σιωπής.

Ο τότε πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης και ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Παπανδρέου τάχθηκαν υπέρ της ανάγκης σεβασμού του διεθνούς δικαίου και της κεντρικής αρμοδιότητας του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών στη διαχείριση της κρίσης.

Η στάση αυτή αποκτούσε ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα, καθώς το πρώτο εξάμηνο του 2003 η Ελλάδα ασκούσε την προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Την ίδια στιγμή η Ευρώπη ήταν βαθιά διχασμένη. Από τη μία πλευρά, χώρες όπως η Βρετανία, η Ισπανία, η Ιταλία και η Πορτογαλία στήριζαν την αμερικανική στρατιωτική επιλογή. Από την άλλη, η Γαλλία, η Γερμανία και το Βέλγιο αντιδρούσαν έντονα στην προοπτική μιας επέμβασης χωρίς απόφαση του ΟΗΕ.

Η ελληνική προεδρία βρέθηκε έτσι αντιμέτωπη με μια από τις μεγαλύτερες δοκιμασίες στην ιστορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η πρόκληση δεν ήταν μόνο πολιτική αλλά και θεσμική: να αποφευχθεί μια βαθιά ρήξη ανάμεσα στους λεγόμενους «ατλαντιστές» και τους «ευρωπαϊστές».

Όπως περιγράφει ο ίδιος ο Κώστας Σημίτης στο βιβλίο του «Πολιτική για μια δημιουργική Ελλάδα 1996-2004», η ελληνική διπλωματία επιδόθηκε σε έναν πραγματικό διπλωματικό μαραθώνιο. Σημαντικοί σταθμοί ήταν το Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων της 27ης Ιανουαρίου 2003 και η έκτακτη Σύνοδος Κορυφής της 17ης Φεβρουαρίου.

Παρά τις έντονες αντιπαραθέσεις και τις δυσοίωνες προβλέψεις, η Σύνοδος κατέληξε τελικά σε ομόφωνο κείμενο συμπερασμάτων. Σε αυτό τονιζόταν ότι:

  • την πρωταρχική ευθύνη για τον αφοπλισμό του Ιράκ έχει το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ,

  • η χρήση βίας μπορεί να αποτελέσει μόνο την έσχατη λύση,

  • και ότι πρέπει να γίνεται σεβαστή η εδαφική ακεραιότητα, η ανεξαρτησία και η κυριαρχία του Ιράκ.

Όπως σημειώνει ο Κώστας Σημίτης, μετά την ολοκλήρωση της Συνόδου ο τότε πρόεδρος της Γαλλίας Ζακ Σιράκ ζήτησε τον λόγο για να εκφράσει δημόσια την εκτίμησή του για το έργο της ελληνικής προεδρίας, η οποία κατάφερε να γεφυρώσει – έστω προσωρινά – ένα βαθύ ευρωπαϊκό ρήγμα.

Η στάση της Ευρώπης δεν απέτρεψε τελικά τον πόλεμο.

Απέτρεψε όμως κάτι εξίσου κρίσιμο: την πλήρη αποσάθρωση της ευρωπαϊκής συνοχής και την εγκατάλειψη της αρχής ότι οι διεθνείς κρίσεις πρέπει να αντιμετωπίζονται μέσα από το πλαίσιο του διεθνούς δικαίου και των θεσμών του ΟΗΕ.

Η εμπειρία εκείνης της περιόδου υπενθυμίζει κάτι ουσιαστικό: ακόμη και σε ένα διεθνές σύστημα πιέσεων και συσχετισμών ισχύος, τα κράτη μπορούν να επιλέξουν να υπερασπιστούν αρχές.

Και μερικές φορές, η πιο ισχυρή διπλωματική πράξη είναι απλώς να πεις «Όχι».

Πασχάλης Θ. Τόσιος
 «Καθημερινός Παρατηρητής»