ΣΗΜΕΙΑ ΑΙΧΜΗΣ

Όταν η φανέλα γίνεται μαχαίρι

Μια κοινωνία που σκοτώνει για τα χρώματα μιας ομάδας δεν μπορεί να παριστάνει ότι αντέχει τη διαφορετικότητα.

Μια κοινωνία που σκοτώνει για τα χρώματα μιας ομάδας δεν μπορεί να παριστάνει ότι αντέχει τη διαφορετικότητα.

Άλλο ένα παιδί νεκρό στη Θεσσαλονίκη.
Άλλος ένας νέος άνθρωπος που δεν θα γυρίσει ποτέ σπίτι του γιατί «φορούσε» τη λάθος φανέλα.

Δεν ήταν ο πρώτος. Δυστυχώς, όλα δείχνουν πως δεν θα είναι και ο τελευταίος.

Σε μια χώρα που θέλει να εμφανίζεται ως σύγχρονη ευρωπαϊκή κοινωνία, κάποιοι συνεχίζουν να σκοτώνουν για το χρώμα μιας μπλούζας. Για ένα σύμβολο. Για μια ομάδα. Για μια ψευδαίσθηση ταυτότητας που μετατρέπεται σε μίσος.

Κι όμως, μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, ακούμε συχνά μεγάλες κουβέντες για «ανεκτικότητα», για «σεβασμό στη διαφορετικότητα», για κοινωνική πρόοδο.

Αλλά ας είμαστε ειλικρινείς.
Όταν μια κοινωνία δεν μπορεί να ανεχτεί τη διαφορετική ποδοσφαιρική φανέλα, πώς ακριβώς θα αποδεχτεί το διαφορετικό χρώμα δέρματος; Τη διαφορετική σεξουαλική ταυτότητα; Τη διαφορετική θρησκεία;

Η βία για τις φανέλες είναι απλώς η πιο ωμή εκδοχή ενός βαθύτερου προβλήματος: της αδυναμίας μας να συνυπάρξουμε με τον «άλλον».

Και ενώ στις γειτονιές οι νέοι μαχαιρώνονται για τα χρώματα των ομάδων τους, η πραγματική ζωή τους ενώνει με έναν τρόπο σχεδόν ειρωνικό.

Πράσινοι, κόκκινοι, κίτρινοι και μαύροι.
Όλοι τους, στα μισά κάθε μήνα, θα κοιτάζουν το ίδιο άδειο πορτοφόλι. Θα μετράνε τα ίδια ευρώ για να δουν αν βγαίνει ο μήνας. Θα αντιμετωπίζουν την ίδια ακρίβεια, τις ίδιες δυσκολίες, την ίδια καθημερινή αγωνία.

Την ώρα που εκείνοι αλληλοσπαράσσονται για μπλούζες, άλλοι στήνουν γλέντια εξουσίας πάνω στις πλάτες τους.
Άλλοι τους διαιρούν, τους χειραγωγούν, τους κρατούν απασχολημένους με ψεύτικες αντιπαλότητες.

Και ίσως αύριο , σε έναν κόσμο που μυρίζει όλο και περισσότερο μπαρούτι ,να βρεθούν όλοι μαζί στο ίδιο κοινωνικό μέτωπο. Εκεί όπου δεν θα υπάρχουν πια πράσινοι και κόκκινοι. Μόνο άνθρωποι που θα καλούνται να αγωνιστούν  δίπλα-δίπλα.

Μέχρι τότε, όμως, στις γειτονιές θα συνεχίζουμε να θρηνούμε νεκρούς.

Γιατί σε αυτή τη χώρα μάθαμε να προσκυνούμε φανέλες.
Να φανατιζόμαστε για σύμβολα.
Και τελικά να ξεχνάμε την αξία της ανθρώπινης ζωής.

Κι έτσι, κάθε τόσο, ένα ακόμη παιδί θα πέφτει θύμα μιας παράλογης βίας που βαφτίζεται «οπαδισμός», αλλά στην πραγματικότητα είναι κοινωνική αρρώστια.

Και τότε όλοι θα αναρωτιόμαστε ξανά:πώς φτάσαμε ως εδώ.

Ενώ η απάντηση βρίσκεται μπροστά μας.

Στις φανέλες που έγιναν σημαίες μίσους.



Καθημερινός Παρατηρητής