Όχι άλλες κακόγουστες ομπρέλες τροπικής αισθητικής ασυναρτησίας
Υπήρχε κάποτε ένα καλοκαίρι αλλιώτικο. Ένα καλοκαίρι χωρίς σειρές από ομπρέλες τροπικής αισθητικής, χωρίς ξύλινες κατασκευές που καταλαμβάνουν την ακτή και χωρίς την ψευδαίσθηση ότι η ξεκούραση πρέπει να ενοικιάζεται με την ώρα.
Υπήρχε κάποτε ένα καλοκαίρι αλλιώτικο. Ένα καλοκαίρι χωρίς σειρές από ομπρέλες τροπικής αισθητικής, χωρίς ξύλινες κατασκευές που καταλαμβάνουν την ακτή και χωρίς την ψευδαίσθηση ότι η ξεκούραση πρέπει να ενοικιάζεται με την ώρα.
Τότε, οι ελάχιστες καλαμωτές σκιές αρκούσαν. Οι καλαμιώνες καθάριζαν τις ρεματιές εκεί όπου συναντούσαν τη θάλασσα και χώριζαν τα χωράφια. Η σκιά τους δεν ήταν προϊόν, ούτε παροχή. Ήταν κομμάτι του τόπου — λιτή, φυσική και αρκετή.
Σήμερα, η παραλία μοιάζει συχνά να έχει μετατραπεί σε σκηνικό. Οι κακόγουστες ομπρέλες, οι ξαπλώστρες και οι κατασκευές μιας εισαγόμενης τροπικής αισθητικής υπόσχονται ξεκούραση, ενώ πολλές φορές απομακρύνουν τον άνθρωπο από την απλότητα που αναζητούσε.
Όχι άλλη γελοία, υποτιθέμενη άνεση σε ενοικιαζόμενες ξαπλώστρες. Εκεί όπου ένα πανί απλωμένο στην ελεύθερη παραλία ήταν αρκετό και η ζεστή άμμος μπορούσε να ξεκουράσει τα κουρασμένα μας κόκαλα.
Όχι άλλο κοκτέιλ και φραπέ στην τιμή ενός άγριου μεροκάματου. Αντί γι’ αυτά, υπήρχαν μεγάλες και φθηνές διακοπές παραθερισμού, μέρες χωρίς βιασύνη και ατέλειωτες ώρες ψαρέματος σε θάλασσες που δεν είχαν ακόμη διαλυθεί από τις τράτες, τις εξορύξεις ή τη σκοτεινή παρουσία των πολεμικών πλοίων.
Και υπήρχαν οι νέοι της εποχής. Όχι ως προσωπικό εξυπηρέτησης, αλλά ως παιδιά της παραλίας. Σήμερα, η εικόνα τους έχει αλλάξει: ηλιοκαμένοι, να τρέχουν ασταμάτητα για να εξυπηρετήσουν την αλλοτριωμένη μας ανάγκη για δροσιά και άνεση, με πατούσες μαύρες από την καυτή άμμο και κοιλιές άσπρες από την απουσία του ήλιου.
Κι όμως, όσα χρόνια κι αν πατούν αυτή την άμμο, δεν μπορούν να χτίσουν πάνω της ούτε ένα παλάτι.
Ίσως γιατί η άμμος δεν τους ανήκει. Ίσως γιατί ούτε η θάλασσα μοιάζει πια να ανήκει σε εκείνους που τη ζουν καθημερινά. Και ίσως γιατί το καλοκαίρι που κάποτε ήταν ελευθερία, απλότητα και κοινή ανάσα, έχει γίνει σήμερα υπηρεσία, κατανάλωση και ακριβό θέαμα.
Το «τότε» δεν ήταν τέλειο. Είχε όμως χώρο. Είχε σιωπή, ελευθερία και μια φυσική λιτότητα που δεν χρειαζόταν να διαφημιστεί.
Το «τώρα» έχει περισσότερες ανέσεις, αλλά λιγότερη ξεγνοιασιά. Περισσότερες επιλογές, αλλά λιγότερο ελεύθερο ορίζοντα.
Και κάπου ανάμεσα στις καλαμωτές σκιές που χάθηκαν και στις ομπρέλες που πολλαπλασιάστηκαν, χάθηκε ίσως κι ένα κομμάτι από το καλοκαίρι που θυμόμαστε
