ΠΑΣΟΚ : Η ανασφάλεια της ηγεσίας, οι αποκλεισμοί και το χαμένο πλεονέκτημα της Κεντροαριστεράς
Οι παραιτήσεις και οι δημόσιες διαφοροποιήσεις στελεχών στο ΠαΣοΚ δεν αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά ούτε «προσωπικές επιλογές», όπως επιχειρείται να παρουσιαστούν από τη Χαριλάου Τρικούπη. Συνιστούν πολιτικό σύμπτωμα και έχουν σαφή αιτία: την ανασφάλεια της σημερινής ηγεσίας και τον τρόπο με τον οποίο αυτή μεταφράζεται σε αποκλεισμούς, εσωστρέφεια και διοικητικό έλεγχο, αντί για πολιτικό άνοιγμα και σύνθεση.
Οι παραιτήσεις και οι δημόσιες διαφοροποιήσεις στελεχών στο ΠαΣοΚ δεν αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά ούτε «προσωπικές επιλογές», όπως επιχειρείται να παρουσιαστούν από τη Χαριλάου Τρικούπη. Συνιστούν πολιτικό σύμπτωμα και έχουν σαφή αιτία: την ανασφάλεια της σημερινής ηγεσίας και τον τρόπο με τον οποίο αυτή μεταφράζεται σε αποκλεισμούς, εσωστρέφεια και διοικητικό έλεγχο, αντί για πολιτικό άνοιγμα και σύνθεση.
Στο επίκεντρο αυτής της κρίσης βρίσκεται η ηγεσία του Νίκου Ανδρουλάκη, η οποία, αντί να αξιοποιήσει το εύρος και την εμπειρία του στελεχιακού δυναμικού του κόμματος, φαίνεται να επέλεξε μια στενή λογική «στρατοπέδου». Πολλά αξιόλογα στελέχη, με διαδρομή, κοινωνική αναφορά και πολιτική επάρκεια, βρέθηκαν στο περιθώριο με μοναδικό ,αν και ανομολόγητο, κριτήριο ότι δεν ήταν «στο άρμα Ανδρουλάκη» στις εσωκομματικές διαδικασίες.
Η πρακτική αυτή δεν αφορά μόνο πρόσωπα. Αφορά τη συνολική λειτουργία του κόμματος. Όταν η εσωκομματική διαφοροποίηση αντιμετωπίζεται ως απειλή και όχι ως πηγή ανανέωσης, τότε η ανασφάλεια της ηγεσίας μετατρέπεται σε κεντρική πολιτική γραμμή. Και αυτή η γραμμή γεννά μηχανισμούς, σιωπές, παρακάμψεις οργάνων και, τελικά, αποχωρήσεις.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι παραιτήσεις συνοδεύονται από κοινά μοτίβα κριτικής: έλλειψη ουσιαστικής εσωκομματικής διαβούλευσης, οργανωτική υποκατάσταση της πολιτικής, αποφάσεις «από τα πάνω», χωρίς κοινωνική γείωση. Πρόκειται για επιλογές που δεν προκύπτουν από πολιτική αυτοπεποίθηση, αλλά από φόβο απώλειας ελέγχου.
Την ίδια στιγμή, ένας ακόμη καθοριστικός παράγοντας βαθαίνει το πρόβλημα: η έντονη κινητικότητα που καταγράφεται στον ευρύτερο χώρο της Κεντροαριστεράς. Νέες διεργασίες, συζητήσεις, πρωτοβουλίες και πολιτικά σήματα αναδύονται, αντανακλώντας μια υπαρκτή κοινωνική ανάγκη για ανασύνθεση του προοδευτικού χώρου. Σε αυτή τη συγκυρία, το ΠαΣοΚ θα μπορούσε και ιστορικά θα όφειλε να έχει τον ρόλο του πρόδρομου, του καταλύτη, του χώρου που ανοίγει δρόμους και θέτει όρους.
Αντί γι’ αυτό, η σημερινή ηγεσία δείχνει να έχει χάσει αυτό το πλεονέκτημα. Όχι επειδή δεν υπάρχει κοινωνικό ακροατήριο, αλλά επειδή επιλέγεται η αυτάρκεια αντί της πολιτικής πρωτοβουλίας. Η περιχαράκωση αντί της ηγεμονίας. Η διαχείριση αντί της υπέρβασης.
Το αποτέλεσμα είναι ένα κόμμα που, ενώ θα μπορούσε να βρίσκεται στο κέντρο των εξελίξεων της Κεντροαριστεράς, κινδυνεύει να τις παρακολουθεί από απόσταση, με εσωτερικά τραύματα και αποδυναμωμένο πολιτικό κεφάλαιο. Και ένα συνέδριο που, αντί να λειτουργεί ως αφετηρία επανεκκίνησης, απειλείται να διεξαχθεί υπό το βάρος μιας κρίσης που δεν είναι συγκυριακή, αλλά βαθιά πολιτική.
Η ευθύνη, όσο κι αν αποφεύγεται να ειπωθεί ανοιχτά, είναι συγκεκριμένη και έχει ονοματεπώνυμο. Και όσο η ηγεσία αρνείται να τη δει κατάματα, τόσο το κόστος για το ίδιο το ΠαΣοΚ και για τον ευρύτερο προοδευτικό χώρο θα μεγαλώνει.
Π.Τ
