ΠΟΛΕΜΟΣ – ΝΑΥΛΟΙ – ΑΚΡΙΒΕΙΑ : Το καρτέλ της αγοράς στήνει νέο πάρτι κερδοσκοπίας και η κυβέρνηση παρακολουθεί
Με αυξήσεις έως 30% στα τιμολόγια και ανύπαρκτους ελέγχους, η ακρίβεια επιστρέφει και οι καταναλωτές πληρώνουν ξανά τον λογαριασμό
Με αυξήσεις έως 30% στα τιμολόγια και ανύπαρκτους ελέγχους, η ακρίβεια επιστρέφει και οι καταναλωτές πληρώνουν ξανά τον λογαριασμό
Η νέα γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή άναψε ένα ακόμη φιτίλι στην παγκόσμια οικονομία. Όμως στην ελληνική αγορά, πριν ακόμη φανούν οι πραγματικές επιπτώσεις του πολέμου, κάποιοι έσπευσαν να μετατρέψουν την αβεβαιότητα σε ευκαιρία κερδοφορίας.
Οι πρώτες αυξήσεις τιμών έχουν ήδη κάνει την εμφάνισή τους. Προμηθευτικές επιχειρήσεις αποστέλλουν νέους τιμοκαταλόγους στους πελάτες τους με ανατιμήσεις που φτάνουν ακόμη και το 20% έως 30%, επικαλούμενες το αυξημένο μεταφορικό κόστος, τα ακριβότερα ασφάλιστρα φορτίων και τις καθυστερήσεις στις θαλάσσιες μεταφορές.
Ωστόσο, όπως συμβαίνει σχεδόν σε κάθε κρίση των τελευταίων ετών, η πραγματικότητα της αγοράς δείχνει πως το κόστος μετακυλίεται ακαριαία προς τα κάτω στους καταναλωτές , ενώ οι μηχανισμοί ελέγχου της πολιτείας εμφανίζονται για ακόμη μία φορά αργοί, αποδυναμωμένοι ή απλώς ανύπαρκτοι.
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε εκ νέου την ενεργοποίηση του πλαφόν στο περιθώριο κέρδους για καύσιμα και δεκάδες βασικά αγαθά. Στη σχετική λίστα περιλαμβάνονται πλέον 63 προϊόντα, ενώ προστέθηκαν και κατηγορίες όπως τα φρέσκα φρούτα και λαχανικά καθώς και τα είδη γυναικείας υγιεινής.
Στην πράξη όμως, το μέτρο θυμίζει περισσότερο επικοινωνιακή άσκηση παρά ουσιαστική παρέμβαση στην αγορά. Οι ελεγκτικοί μηχανισμοί παραμένουν υποστελεχωμένοι, οι έλεγχοι είναι αποσπασματικοί και οι μεγάλες αλυσίδες της αγοράς φαίνεται να προσαρμόζουν εύκολα την τιμολογιακή τους πολιτική στα νέα δεδομένα.
Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Από την ενεργειακή κρίση μέχρι την πανδημία και από τα καύσιμα μέχρι τα τρόφιμα, κάθε διεθνής αναταραχή μετατρέπεται σχεδόν αυτόματα σε νέο κύμα ανατιμήσεων. Και σχεδόν πάντα, οι ίδιες μεγάλες επιχειρήσεις εμφανίζονται ως οι τελικοί ωφελημένοι.
Η αύξηση του κόστους μεταφοράς είναι πραγματική. Οι καθυστερήσεις στα θαλάσσια δρομολόγια επίσης. Όμως η ταχύτητα με την οποία οι ανατιμήσεις περνούν στην αγορά δημιουργεί εύλογα ερωτήματα: πρόκειται πράγματι για αναγκαστική προσαρμογή στο αυξημένο κόστος ή για ένα ακόμη επεισόδιο συντονισμένης κερδοσκοπίας;
Οι πιέσεις είναι ήδη ορατές σε πολλούς κλάδους. Βιομηχανίες αναφέρουν προβλήματα προμήθειας πρώτων υλών, επιχειρήσεις συσκευασίας μιλούν για ελλείψεις υλικών, ενώ οι εξαγωγικές εταιρείες βλέπουν τα μεταφορικά κόστη να εκτοξεύονται.
Ιδιαίτερη ανησυχία υπάρχει και στον αγροτικό τομέα. Η αγορά λιπασμάτων θεωρείται από τις πιο ευάλωτες σε διαταραχές της εφοδιαστικής αλυσίδας, καθώς μεγάλο μέρος των πρώτων υλών για την παραγωγή τους περνά από τα Στενά του Ορμούζ. Μια σοβαρή διαταραχή στη συγκεκριμένη θαλάσσια οδό μπορεί να οδηγήσει σε ακριβότερα γεωργικά εφόδια και, με χρονική καθυστέρηση, σε αυξημένες τιμές τροφίμων.
Το πρόβλημα όμως δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι βαθιά πολιτικό.
Γιατί σε μια αγορά που λειτουργεί με ισχυρά ολιγοπωλιακά χαρακτηριστικά, κάθε κρίση μετατρέπεται σχεδόν αυτόματα σε ευκαιρία για υπερκέρδη. Και όταν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί λειτουργούν περισσότερο ως παρατηρητές παρά ως ρυθμιστές, η ακρίβεια γίνεται μόνιμη κατάσταση.
Η κυβέρνηση διαβεβαιώνει ότι θα υπάρξουν αυστηροί έλεγχοι και πρόστιμα για φαινόμενα αισχροκέρδειας. Όμως η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει ότι τα πρόστιμα, όταν επιβάλλονται, είναι συχνά μικρότερα από τα κέρδη που έχουν ήδη αποκομίσει οι επιχειρήσεις.
Έτσι, το μοτίβο επαναλαμβάνεται:μια διεθνής κρίση, μια νέα αύξηση τιμών, μια ακόμη εξαγγελία ελέγχων και στο τέλος ο ίδιος λογαριασμός για τα νοικοκυριά.
Για τους καταναλωτές, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή μεταφράζεται ήδη σε ακριβότερα προϊόντα, ακριβότερη παραγωγή και έναν νέο γύρο πληθωριστικών πιέσεων.
Για ορισμένους μεγάλους παίκτες της αγοράς όμως, φαίνεται να μεταφράζεται σε κάτι διαφορετικό:
μια ακόμη ευκαιρία για αισχροκέρδεια.
Πασχάλης Τόσιος
Καθημερινός Παρατηρητής
