ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Προκλητική σιωπή Μητσοτάκη για τις υποκλοπές

Τη στιγμή που η Δικαιοσύνη ανοίγει εκ νέου και θεσμικά τον φάκελο του σκανδάλου των υποκλοπών, η κυβερνητική στάση στη Βουλή αποτυπώθηκε με έναν τρόπο πολιτικά εύγλωττο: σιωπή. Σιωπή απέναντι στην καταδικαστική απόφαση του Πλημμελειοδικείου. Σιωπή απέναντι στο αίτημα για απαντήσεις. Σιωπή απέναντι σε ένα ζήτημα που αγγίζει τον πυρήνα του κράτους δικαίου.

Τη στιγμή που η Δικαιοσύνη ανοίγει εκ νέου και θεσμικά τον φάκελο του σκανδάλου των υποκλοπών, η κυβερνητική στάση στη Βουλή αποτυπώθηκε με έναν τρόπο πολιτικά εύγλωττο: σιωπή. Σιωπή απέναντι στην καταδικαστική απόφαση του Πλημμελειοδικείου. Σιωπή απέναντι στο αίτημα για απαντήσεις. Σιωπή απέναντι σε ένα ζήτημα που αγγίζει τον πυρήνα του κράτους δικαίου.

Κατά τη συζήτηση της επίκαιρης ερώτησης για την ενέργεια και την ακρίβεια, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε να μην απαντήσει επί της ουσίας στην ευθεία και αιχμηρή τοποθέτηση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ Νίκου  Ανδρουλάκη , ο οποίος έθεσε στο επίκεντρο τη δικαστική απόφαση που καταδικάζει ιδιώτες για τις παρακολουθήσεις και παραπέμπει εκ νέου την υπόθεση για διερεύνηση αδικημάτων κατασκοπείας.

Η ομιλία Ανδρουλάκη και το θεσμικό βάρος της απόφασης

Ο κ. Ανδρουλάκης χαρακτήρισε τη δικαστική εξέλιξη δικαίωση όχι προσωπική αλλά θεσμική, μιλώντας ανοιχτά για «ήττα του παρακράτους που οργανώθηκε στο Μέγαρο Μαξίμου». Υπογράμμισε ότι η παρακολούθησή του δεν ήταν «λάθος» ή «παρεκτροπή», αλλά αποτέλεσμα οργανωμένου μηχανισμού που καταπάτησε ανθρώπινα δικαιώματα, υπονόμευσε το κράτος δικαίου και εξέθεσε διεθνώς τη χώρα.

Με σαφείς αναφορές στην εθνική ασφάλεια, έθεσε συγκεκριμένα ερωτήματα προς τον πρωθυπουργό:
τι προτίθεται να πράξει απέναντι σε ιδιώτες που καταδικάστηκαν για την παρακολούθηση του μισού Υπουργικού Συμβουλίου και της στρατιωτικής ηγεσίας;
ποιες νομικές ενέργειες θα αναλάβει το ελληνικό κράτος όταν το ίδιο το δικαστήριο ζητά περαιτέρω έρευνα για κατασκοπεία;

Η επιλογή της αποφυγής

Ο πρωθυπουργός, στην πρωτολογία του, επέλεξε να υποβαθμίσει πολιτικά το ζήτημα, σχολιάζοντας ότι ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ αφιέρωσε «μόλις έξι λεπτά» στο ενεργειακό σκέλος της ερώτησης, επιχειρώντας να μετατοπίσει τη συζήτηση. Στη δευτερολογία του, αφού ανέλυσε εκτενώς ζητήματα ακρίβειας και ενεργειακής πολιτικής, αφιέρωσε λιγότερο από ένα λεπτό στις υποκλοπές, περιοριζόμενος σε μια τυπική αποδοχή της πρότασης για προ ημερησίας συζήτηση στη Βουλή για το κράτος δικαίου.

Ούτε λέξη για την καταδικαστική απόφαση.
Ούτε λέξη για την παραπομπή της υπόθεσης στην Εισαγγελία.
Ούτε λέξη για τις ευθύνες, πολιτικές ή άλλες.

Πολιτική αμηχανία με θεσμικές συνέπειες

Η στάση αυτή δεν μπορεί να εκληφθεί ως απλή κοινοβουλευτική τακτική. Αντιθέτως, αποτυπώνει την πολιτική αμηχανία μιας κυβέρνησης που θεωρούσε ότι το σκάνδαλο των υποκλοπών είχε κλείσει οριστικά στο επίπεδο της δημόσιας συζήτησης. Η δικαστική εξέλιξη, όμως, το επαναφέρει με θεσμική βαρύτητα και με ερωτήματα που δεν απαντώνται με επικοινωνιακούς ελιγμούς.

Η επιλογή της σιωπής λειτουργεί, τελικά, ως έμμεση παραδοχή αδυναμίας. Διότι σε μια δημοκρατία, όταν η Δικαιοσύνη μιλά, η εκτελεστική εξουσία οφείλει να απαντά , όχι να αποφεύγει.

Το σκάνδαλο των υποκλοπών δεν είναι ζήτημα αντιπαράθεσης προσώπων ή κομμάτων. Είναι ζήτημα θεσμικής κανονικότητας, σεβασμού στο Σύνταγμα και εμπιστοσύνης των πολιτών στο πολιτικό σύστημα. Και όσο οι απαντήσεις δεν δίνονται, τόσο το πολιτικό βάρος της σιωπής θα γίνεται βαρύτερο.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ