Σεξισμός, ανοχή και ακροδεξιά κανονικοποίηση
Η στάση της Νέας Δημοκρατίας υπήρξε ενδεικτική. Καμία ουσιαστική κύρωση, καμία ξεκάθαρη πολιτική αποδοκιμασία. Μόνο μια διαχείριση χαμηλών τόνων, με στόχο να εκτονωθούν οι αντιδράσεις. Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι σαφές: τέτοιες συμπεριφορές δεν θεωρούνται ασύμβατες με την κομματική κανονικότητα.
Η στάση της Νέας Δημοκρατίας υπήρξε ενδεικτική. Καμία ουσιαστική κύρωση, καμία ξεκάθαρη πολιτική αποδοκιμασία. Μόνο μια διαχείριση χαμηλών τόνων, με στόχο να εκτονωθούν οι αντιδράσεις. Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι σαφές: τέτοιες συμπεριφορές δεν θεωρούνται ασύμβατες με την κομματική κανονικότητα.
Τα γεγονότα των τελευταίων ημερών δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνειών. Τα σεξιστικά σχόλια πολιτικών προσώπων δεν αποτελούν μεμονωμένα «ολισθήματα», ούτε προϊόντα στιγμιαίας απροσεξίας. Συνιστούν πολιτική συμπεριφορά με ιδεολογικό πρόσημο και, κυρίως, με θεσμική ανοχή.
Η δημόσια επίθεση του Κώστα Κυρανάκη κατά της Πέτη Πέρκα, με τη φράση που την καλούσε να επιστρέψει στην «κουζίνα της», δεν ήταν απλώς προσβλητική. Ήταν αποκαλυπτική. Αποκαλυπτική ενός πολιτικού λόγου που αναπαράγει στερεότυπα, υποβαθμίζει τη γυναίκα στη δημόσια σφαίρα και δοκιμάζει τα όρια της κοινωνικής ανοχής. Η μεταγενέστερη ανάκληση, ώρες αργότερα, δεν αναιρεί το γεγονός· επιβεβαιώνει ότι το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό, αλλά πολιτικό.
Η στάση της Νέας Δημοκρατίας υπήρξε ενδεικτική. Καμία ουσιαστική κύρωση, καμία ξεκάθαρη πολιτική αποδοκιμασία. Μόνο μια διαχείριση χαμηλών τόνων, με στόχο να εκτονωθούν οι αντιδράσεις. Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι σαφές: τέτοιες συμπεριφορές δεν θεωρούνται ασύμβατες με την κομματική κανονικότητα.
Δεν πρόκειται για πρωτοφανές φαινόμενο. Ο Δημήτρης Κυριαζίδης είχε στο παρελθόν απευθυνθεί στη Ζωή Κωνσταντοπούλου με την παρότρυνση «να κάνει κανένα παιδί». Η αντίδραση τότε περιορίστηκε σε μια προσωρινή διαγραφή από την Κοινοβουλευτική Ομάδα, η οποία ακολούθως αναιρέθηκε χωρίς εξηγήσεις και χωρίς πολιτικό κόστος.
Ο ίδιος βουλευτής είχε προηγουμένως προβεί και σε ομοφοβικά σχόλια σε βάρος του Στέφανος Κασσελάκης, χωρίς να υπάρξει καμία απολύτως συνέπεια.
Τα περιστατικά αυτά, όταν εξεταστούν συνολικά, συνθέτουν ένα ανησυχητικό μοτίβο. Σεξιστικός και ομοφοβικός λόγος, υποτίμηση της πολιτικής αντιπάλου με βάση το φύλο ή την ταυτότητά της, στοχοποίηση μειονοτήτων. Όχι ως εξαίρεση, αλλά ως επαναλαμβανόμενη πρακτική. Πρόκειται για χαρακτηριστικά που παραπέμπουν σε ακροδεξιές αντιλήψεις, οι οποίες δεν βρίσκονται πια στο περιθώριο, αλλά εκφράζονται εντός του θεσμικού πλαισίου.
Στελέχη που επιλέγουν αυτόν τον λόγο γνωρίζουν ότι δεν διακινδυνεύουν τη θέση τους. Αντιθέτως, συχνά απευθύνονται σε ακροατήρια που βλέπουν στον σεξισμό και στον αυταρχισμό μια μορφή «αυθεντικότητας» ή «σκληρής πολιτικής στάσης». Ένα ακροατήριο που δεν απορρίπτει τέτοιες δηλώσεις, αλλά τις επικροτεί.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο ίδιος πολιτικός που σήμερα προκαλεί με σεξιστικές εκφράσεις είχε στο παρελθόν υπερασπιστεί προκλητικές ενέργειες, όπως το ψήσιμο χοιρινού έξω από προσφυγικές δομές με μουσουλμανικό πληθυσμό. Ούτε τότε υπήρξε πολιτικό κόστος. Σήμερα, αντί για αποδοκιμασία, κατέχει κυβερνητική θέση. Το συμπέρασμα είναι αναπόφευκτο: ορισμένες συμπεριφορές όχι μόνο γίνονται ανεκτές, αλλά ενσωματώνονται στη λειτουργία της εξουσίας.
Η υποκρισία των διακηρύξεων περί «σύγχρονου» και «προοδευτικού» κόμματος αποκαλύπτεται στην πράξη. Όταν ο σεξισμός αντιμετωπίζεται ως «παρεξήγηση» και η ακροδεξιά ρητορική ως «υπερβολή», τότε η πολιτική ευθύνη μετατρέπεται σε σιωπηρή συνενοχή.
Ο δημόσιος λόγος δεν δηλητηριάζεται τυχαία. Δηλητηριάζεται όταν η υποτίμηση, ο αποκλεισμός και η προσβολή δεν έχουν συνέπειες. Και αυτό δεν είναι ζήτημα ευγένειας, αλλά δημοκρατίας. Γιατί ο σεξισμός δεν είναι γραφικότητα. Είναι πολιτική επιλογή. Και όταν γίνεται ανεκτός, παύει να είναι ατομικό ατόπημα και μετατρέπεται σε θεσμικό σύμπτωμα.
