ΤΟΠΙΚΑ

Σέρρες : Παυσίπονα για έναν πρωτογενή τομέα που αιμορραγεί

Ρύζι, αμνοερίφια και η ίδια πολιτική: μικρές διευθετήσεις μπροστά σε ένα τεράστιο πρόβλημα

Ρύζι, αμνοερίφια και η ίδια πολιτική: μικρές διευθετήσεις μπροστά σε ένα τεράστιο πρόβλημα

Για ακόμη μια φορά η κυβερνητική πολιτική στον πρωτογενή τομέα δείχνει να κινείται στη λογική των αποσπασματικών παρεμβάσεων και των προσωρινών διευθετήσεων, την ώρα που τα πραγματικά προβλήματα των παραγωγών παραμένουν άλυτα.

Η απόφαση του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων να μειώσει στα 200 κιλά την παραδοτέα ποσότητα για τη συνδεδεμένη ενίσχυση του 2025 στο ρύζι, καθώς και να μεταθέσει την προθεσμία παράδοσης έως τις 16 Μαρτίου 2026, παρουσιάστηκε ως μια κίνηση διευκόλυνσης για τους παραγωγούς που επλήγησαν από τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες της περασμένης χρονιάς.

Πράγματι, σε αρκετές περιοχές της Περιφερειακής Ενότητας Σερρών , από τη Βαμβακιά και την Αναγέννηση έως την Καρπερή, τον Προβατά, τη Μονοκκλησιά, την Άνω και Κάτω Καμήλα, το Μητρούσι, την Κουμαριά και το Αδελφικό ,οι ζημιές στην καλλιέργεια ρυζιού υπήρξαν σημαντικές και οι παραγωγοί βρέθηκαν αντιμέτωποι με μεγάλες οικονομικές απώλειες. Στο τραπέζι βρίσκεται επίσης η πιθανότητα ενίσχυσης μέσω de minimis, προκειμένου να καλυφθεί ένα μέρος της ζημίας.

Ωστόσο, πίσω από αυτές τις ανακοινώσεις κρύβεται μια πραγματικότητα που οι αγρότες γνωρίζουν πολύ καλά: τα μέτρα αυτά αποτελούν περισσότερο διορθωτικές κινήσεις μικρής κλίμακας παρά ουσιαστικές λύσεις για τον πρωτογενή τομέα.

Στην ίδια λογική εντάσσεται και το ζήτημα που προέκυψε με τα αμνοερίφια, όπου το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης ανακοίνωσε ότι αποδέχθηκε το αίτημα για την άμεση πιστοποίηση του ΕΚΕΤΑ Θεσσαλονίκης προκειμένου να διενεργούνται τεστ σάλιου στα αιγοπρόβατα. Η κίνηση αυτή παρουσιάζεται ως λύση σε ένα πρόβλημα που αντιμετώπιζαν οι κτηνοτρόφοι ενόψει της αυξημένης ζήτησης της αγοράς για το Πάσχα.

Πρόκειται ασφαλώς για μια διοικητική διευθέτηση που μπορεί να διευκολύνει προσωρινά την αγορά. Όμως η πραγματικότητα της ελληνικής κτηνοτροφίας , όπως και συνολικά του πρωτογενούς τομέα , δεν αλλάζει με τέτοιου είδους αποφάσεις.

Το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται αλλού και είναι κοινό για αγρότες και κτηνοτρόφους:
το εκρηκτικό κόστος παραγωγής.

Οι παραγωγοί σήμερα καλούνται να καλλιεργήσουν και να εκτρέψουν μέσα σε ένα περιβάλλον οικονομικής ασφυξίας. Το αγροτικό πετρέλαιο, η ενέργεια, τα λιπάσματα, τα φυτοφάρμακα, οι ζωοτροφές και τα υπόλοιπα αγροτικά εφόδια έχουν εκτιναχθεί σε επίπεδα που καθιστούν ολοένα και πιο δύσκολη τη βιωσιμότητα των εκμεταλλεύσεων. Την ίδια στιγμή, ο τραπεζικός δανεισμός παραμένει ακριβός και δύσκολα προσβάσιμος για τον μικρό και μεσαίο παραγωγό.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι περιστασιακές ενισχύσεις, οι τεχνικές διευθετήσεις και οι διορθώσεις διαδικασιών θυμίζουν περισσότερο πολιτικές παστίλιες σε έναν ασθενή που βρίσκεται ήδη σε κρίσιμη κατάσταση.

Και όσο η πολιτεία αποφεύγει να αγγίξει την καρδιά του προβλήματος – δηλαδή τη δραστική μείωση του κόστους παραγωγής και τη ρύθμιση της αγοράς που διαμορφώνει τις τιμές σε ενέργεια, εφόδια και ζωοτροφές – τόσο ο πρωτογενής τομέας θα συνεχίσει να αντιμετωπίζεται με πρόχειρα «μπαλώματα» και επικοινωνιακές παρεμβάσεις.

Το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είναι ήδη ορατό:καλλιέργειες εγκαταλείπονται, κτηνοτροφικές μονάδες κλείνουν και ολοένα περισσότερες περιοχές της ελληνικής περιφέρειας οδηγούνται σε παραγωγική ερημοποίηση και οικονομική φτωχοποίηση.

Ο πρωτογενής τομέας της χώρας δεν χρειάζεται άλλες εξαγγελίες ούτε διοικητικές «διευκολύνσεις της τελευταίας στιγμής».
Χρειάζεται μια σοβαρή στρατηγική στήριξης, που θα επιτρέπει στον αγρότη και τον κτηνοτρόφο να παράγουν και να ζουν από τη δουλειά τους με αξιοπρέπεια.

Διαφορετικά, τα «παυσίπονα» θα συνεχίσουν να δίνονται σε έναν ασθενή που ήδη αιμορραγεί.

Πασχάλης Θ. Τόσιος
Καθημερινός Παρατηρητής

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ