Σκάνδαλο των υποκλοπών : Θεσμική νίκη με ανοιχτούς λογαριασμούς
Η σημερινή δικαστική απόφαση στη δίκη για το σκάνδαλο των υποκλοπών δεν είναι μια τυπική καταδίκη τεσσάρων προσώπων. Είναι μια θεσμική τομή σε μια υπόθεση που σημάδεψε τη Μεταπολίτευση και αποκάλυψε, ίσως όσο καμία άλλη τα τελευταία χρόνια, τα όρια, τις αντοχές αλλά και τις δυνατότητες της ελληνικής Δημοκρατίας.
Η σημερινή δικαστική απόφαση στη δίκη για το σκάνδαλο των υποκλοπών δεν είναι μια τυπική καταδίκη τεσσάρων προσώπων. Είναι μια θεσμική τομή σε μια υπόθεση που σημάδεψε τη Μεταπολίτευση και αποκάλυψε, ίσως όσο καμία άλλη τα τελευταία χρόνια, τα όρια, τις αντοχές αλλά και τις δυνατότητες της ελληνικής Δημοκρατίας.
Η καταδίκη των Ταλ Ντίλιαν, Σάρα (Αλεξάνδρα) Χάμου, Φέλιξ Μπίτζιου και Γιάννη Λαβράνου από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο αποτελεί αναμφίβολα ιστορική εξέλιξη. Όχι μόνο επειδή για πρώτη φορά αποδίδονται ποινικές ευθύνες για τον πυρήνα της λειτουργίας του παράνομου μηχανισμού παρακολουθήσεων, αλλά και επειδή αποδεικνύεται στην πράξη ότι, όταν οι θεσμοί πιεστούν επίμονα, μπορούν να λειτουργήσουν.
Στο επίκεντρο αυτής της διαδρομής βρίσκεται η επιλογή του Νίκου Ανδρουλάκη να κινηθεί αποκλειστικά θεσμικά, κόντρα στο πολιτικό ρεύμα της συγκάλυψης και της «σιωπηλής διευθέτησης». Η προσφυγή του στη Δικαιοσύνη, παρά τις παραινέσεις του Μεγάρου Μαξίμου για «ενημέρωση στο αυτί», ήταν το σημείο καμπής που άνοιξε τον φάκελο των υποκλοπών και τον κράτησε ανοιχτό, όταν πολλοί επένδυαν στη λήθη.
Καθοριστική υπήρξε και η προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας, που οδήγησε στην κρίση περί αντισυνταγματικότητας του λεγόμενου «νόμου Τσιάρα» — ενός νόμου που στέρησε από τα πιθανά θύματα παρακολούθησης το στοιχειώδες δικαίωμα να γνωρίζουν αν και γιατί τέθηκαν υπό παρακολούθηση. Το γεγονός ότι η πλήρης εκτέλεση της απόφασης παραμένει εκκρεμής, με πολιτικό προϊστάμενο της ΕΥΠ τον ίδιο τον Πρωθυπουργό, δείχνει ότι το θεσμικό μέτωπο δεν έχει ακόμη κλείσει.
Αντίστοιχα, η προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και η διεθνοποίηση της υπόθεσης έβγαλαν το σκάνδαλο από τα στενά ελληνικά όρια, θέτοντας την κυβέρνηση ενώπιον ευρωπαϊκού ελέγχου για ζητήματα κράτους δικαίου και προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Η σημερινή απόφαση, όμως, αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα επειδή δεν τελειώνει εδώ. Η επιστροφή του φακέλου στην Εισαγγελία για περαιτέρω διερεύνηση, ακόμη και για το αδίκημα της κατασκοπείας, επαναφέρει στο προσκήνιο το κρίσιμο ερώτημα: ποιοι γνώριζαν, ποιοι ανέχθηκαν και ποιοι κάλυψαν. Διότι δεν μπορεί να θεωρηθεί «παράπλευρη λεπτομέρεια» το γεγονός ότι τέθηκε υπό παρακολούθηση ακόμη και η ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων, με άγνωστους τρίτους να έχουν πρόσβαση σε ευαίσθητο υλικό εθνικής ασφάλειας.
Σε αντίθεση με δεκάδες κυβερνητικά στελέχη που, αν και παρακολουθήθηκαν, επέλεξαν τη σιωπή και τη συγκάλυψη, ο δρόμος που ακολουθήθηκε εδώ δείχνει ότι η λογοδοσία δεν είναι σύνθημα, αλλά διαδικασία. Και είναι συχνά επίπονη, αργή και πολιτικά ασύμφορη για όποιον την υπηρετεί.
Η σημερινή εξέλιξη δεν δικαιώνει κόμματα. Δεν επιβεβαιώνει στρατηγικές εντυπώσεων. Δικαιώνει τη Δημοκρατία απέναντι σε όσους πίστεψαν ότι μπορούν να τη μετατρέψουν σε πεδίο ανεξέλεγκτης εξουσίας. Και υπενθυμίζει ότι, όσο κι αν επιχειρείται η συγκάλυψη, οι θεσμοί ,όταν ενεργοποιούνται, μπορούν να σπάνε τον κύκλο της ατιμωρησίας.
Το στοίχημα, πλέον, είναι σαφές: να μη μείνει αυτή η απόφαση ένα φωτεινό αλλά μεμονωμένο επεισόδιο. Να αποτελέσει την αρχή για την πλήρη αποκάλυψη της αλήθειας και την απόδοση ευθυνών σε όλα τα επίπεδα.
Πασχάλης Θ. Τόσιος
Καθημερινός Παρατηρητής
